«Αναμνήσεις από το Αιτωλικό, 100 χρόνια μετά»,

  

Άρθρο του Κώστα Αποστ. Καρακώστα  

«Αναμνήσεις από το Αιτωλικό, 100 χρόνια μετά», φέρει τον τίτλο άρθρο του δημοσιογράφου, Κώστα Καρακώστα, που είναι βασισμένο στο βιβλίο «Αἰτωλικιώτικαι Ἀναμνήσεις» του Γεωργίου Ι. Σώκου. 

Ας γνωρίσουμε το Αιτωλικό που χάθηκε, αλλά και το Αιτωλικό που έμεινε, μέσα από το βιβλίο «Αἰτωλικιώτικαι Ἀναμνήσεις» του Γεωργίου Ι. Σώκου, που μας προσκαλεί να στρέψουμε το βλέμμα μας 100 χρόνια πίσω, στις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, και να κάνουμε αναπόφευκτες συγκρίσεις με το σήμερα. Γιατί μπορεί οι φετινοί εορτασμοί της Διακοσιοστής Επετείου της Εξόδου των Ελεύθερων Πολιορκημένων να έθεσαν, δικαιολογημένα, στο επίκεντρο την Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου, η «Ελληνική Βενετία» όμως είναι ένας ιδιαίτερος τόπος, με τη δική του μοναδική και συναρπαστική ιστορία, ο οποίος επίσης δικαιούται να λάβει τη δέουσα προσοχή!

Μια συγκυριακή συζήτηση με τη συνάδελφό μου Κ.Δ., από διπλανό γραφείο του ΕΣΡ, στάθηκε η αφορμή για να έρθει στα χέρια μου ένα βιβλίο που είχε στην κατοχή της η μητέρα της, Αγάπη Σταμούλη, το οποίο κληρονόμησε από τον Αιτωλικιώτη πατέρα της, Παναγιώτη Σταμούλη.

«Έχω ένα παλιό βιβλίο για το Αιτωλικό. Θα σου το φέρω να το διαβάσεις, να δεις αν μπορείς να βγάλεις κάτι από αυτό!», μου είπε. Και πράγματι, πόσες σκέψεις δημιουργεί και πόσα συμπεράσματα μπορεί να εξάγει κανείς από αυτό το μικρό, πολυκαιρισμένο βιβλίο, που μας υπενθυμίζει ότι έναν αιώνα μετά, μπορεί να έχουν αλλάξει πολλά αλλά πολλά είναι κι εκείνα που παρέμειναν εκπληκτικά σταθερά, παρά το πέρασμα των χρόνων.

  

Το εξώφυλλο του βιβλίου 

Οι «Αἰτωλικιώτικαι Ἀναμνήσεις», αποτελούν στην πραγματικότητα μια συλλογή άρθρων που έγραψε τη δεκαετία του 1920 ο Γεώργιος Σώκος για την εφημερίδα «Στερεά Ελλάς», εκδότης της οποίας ήταν ο επί δεκαετίες Δήμαρχος Μεσολογγίου, Χρήστος Ευαγγελάτος. Στα άρθρα αυτά προστέθηκαν και κάποια άλλα κείμενα ακόμη κι έτσι προέκυψε το βιβλίο-ανθολόγιο που μας μιλά για το Αιτωλικό, τους κατοίκους και τις συνήθειες τους έτσι όπως ήταν πριν έναν ολόκληρο αιώνα.

Πιάνοντας κανείς στα χέρια του τον κιτρινισμένο από τα χρόνια τόμο, το βλέμμα του θα πέσει αβίαστα στον μαύρο σταυρό που προηγείται του ονόματος του συγγραφέα, μια λιτή ένδειξη ότι η έκδοση έπεται του θανάτου του. Στο επάνω ένα τρίτο του εξωφύλλου δεσπόζει με κεφαλαία γράμματα ο τίτλος σε εισαγωγικά: «ΑΙΤΩΛΙΚΙΩΤΙΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ». Στο κάτω μέρος δε του εξωφύλλου, εντός ενός νοητού τριγώνου που ορίζεται από τρία μαύρα αστέρια, συναντάμε τις λέξεις «Φως, Αγάπη, Εργασία». Εκατέρωθεν αυτών, δύο ημερομηνίες: «ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΣ 1923», στα αριστερά, και «ΑΘΗΝΑΙ 1958», στα δεξιά, κατά πάσα πιθανότητα η χρονολογία της έκδοσης.

Ο «Πρόλογος» που ακολουθεί στη σελίδα 3, μας παρέχει κάποιες απαραίτητες πληροφορίες για τον συγγραφέα και το έργο του, πριν να ξεκινήσουμε την ανάγνωση του βιβλίου:

             Ο Πρόλογος της έκδοσης, με υπογραφή 

«ΧΡΗΣΤΟΣ Γ. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ

Ἐπίτιμος Δήμαρχος, πρώην Βουλευτὴς – Ὑπουργὸς»

«Ἀξιωματικὸς ἐκτάκτου μορφώσεως. Φιλόλογος διακεκριμένος. Ὁ νεώτερος Ἕλλην Ἀντισυνταγματάρχης, τιμήσας τὸν βαθμόν του διὰ τῆς δράσεως καὶ ἱκανότητός του. Μετέσχε τῶν πολέμων, ἀνεκαίνισε τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον καὶ διευθύνει μὲ τὴν χαρακτηρίζουσαν αὐτὸν ἀπόλυτον ἐντιμότητα τὸν Ἔλεγχον Φρουρᾶς Ἀθηνῶν.

Γλαφυρὸς τῆς «Στερεᾶς Ἑλλάδος» συνεργάτης, ἐδημοσίευσε σειρὰν Αἰτωλικιώτικων ἀναμνήσεων καὶ ἄλλα ἄρθρα ὑπὸ τὸ στοιχεῖον Σ.»

Όπως μας ενημερώνει ακολούθως ο Χρήστος Ευαγγελάτος, εκδότης του βιβλίου αλλά και της εφημερίδας «Στερέα Ελλάς», όπως προείπαμε, τα παραπάνω λόγια προηγούνται αρκετά της έκδοσης αυτής, καθώς προέρχονται από το φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 1925 της εφημερίδας, η οποία είχε ξεκινήσει τη έντυπη ζωή της το 1921 και παρέμεινε σε κυκλοφορία επί μια δεκαπενταετία.

Στη συνέχεια, παραθέτει ένα απόσπασμα με χαρακτηριστικά λόγια του ίδιου του συγγραφέα, από το φύλλο της 10ης Ιουνίου 1923:

«Σύντομος ἐξ Αἰτωλικοῦ ἀνταπόκρισις πρὸς τὴν ἀγαπητὴν «Στερεὰν Ἑλλάδα» μοῦ ἔφερε στὴ μνήμη χίλιες δυὸ ἀναμνήσεις τοῦ προσφάτου παρελθόντος, ἡ δημοσίευσις τῶν ὁποίων πιστεύω ὅτι θὰ ξυπνήσῃ τὴν νεκρωθεῖσαν νεολαίαν καὶ τὸν λοιπὸν διανοούμενον κόσμον τοῦ ὡραίου ὅσον καὶ ἱστορικοῦ νησιοῦ, ποὺ σὰν λησμονημένο μαργαριτάρι ἀκτινοβολεῖ στὸ βάθος τῆς ἥσυχης λιμνοθαλάσσης τοῦ Μεσολογγίου.»

Στους νέους λοιπόν, ή έστω κυρίως σε εκείνους, απεύθυνε τα άρθρα που δημοσίευε επί σειρά ετών ο Γεώργιος Σώκος, με την προτροπή να αναζωογονήσουν τον τόπο, πράγμα το οποίο δεν κατάφερε η δική του γενιά, εξαιτίας των αλλεπάλληλων πολεμικών αντιπαραθέσεων που γνώρισε η πατρίδα μας τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Φωτογραφία του συγγραφέα στο εσώφυλλο.

Κάποιος έχει υπολογίσει και γράψει με μπλε στυλό την ηλικία θανάτου του: μόλις 45 ετών...

Ο Γεώργιος Σώκος (σύμφωνα με το σχετικό λήμμα της Βικιπαίδειας: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CF%8E%CE%BA%CE%BF%CF%82 – 04/05/2026) ήταν στρατιωτικός, δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Αιτωλικό το 1892, αλλά έφυγε νέος από τη ζωή, μόλις 45 ετών, χτυπημένος από λευχαιμία, το 1937. Κόρη του ήταν η διακεκριμένη δημοσιογράφος, συγγραφέας και μεταφράστρια Ροζίτα Σώκου.

Στη σύντομη ζωή του ωστόσο πρόλαβε να κάνει πολλά, πάρα πολλά, όπως μαρτυρά το βιογραφικό σημείωμα που παρατίθεται στο κεφάλαιο «Ἐπιμνημόσυνος προσλαλιὰ», από τον Βλιάμο Νικολαΐδη, «τέως Προέδρου τοῦ ἐν Ἀθήναις Φιλοσοφικοῦ καὶ Φιλανθρωπικοῦ Συλλόγου «Ἀδελφοποίησις»

Γράφει λοιπόν ο Βλιάμος Νικολαΐδης:

«Ἐγεννήθη ἐν Αἰτωλικῷ τὴν 5ην Νοεμβρίου τοῦ 1892. Μετὰ τὰς πρώτας αὐτοῦ ἐγκυκλοπαιδικὰς σπουδάς, ἐφοίτησεν εἰς τὴν ἐν Πάτραις Ἐμπορικὴν Σχολήν. Κατὰ τὸ ἔτος 1913 κατετάγη εἰς τὸν Στρατόν, γενόμενος τὸ πρῶτον ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ, κατόπιν δὲ μόνιμος ἀξιωματικὸς τῆς Διαχειρίσεως καὶ κατὰ τὸ 1918 Λοχαγὸς τοῦ Ἐλέγχου.

Ὑπηρέτησε διαδοχικῶς ὡς τμηματάρχης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὡς Διευθυντὴς τοῦ Ἐλέγχου Φρουρᾶς Βάσεως Σμύρνης.

Κατόπιν ἐχρημάτισε Διευθυντὴς τοῦ Ἐλέγχου τῆς Φρουρᾶς Ἀθηνῶν, Διευθυντὴς ἐν τῷ Μετοχικῷ Ταμείῳ τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ, κατὰ τὸ ἔτος δὲ 1924 μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἕλλην. Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως».

(Σ.Σ.: Το πλήρες κείμενο ακολουθεί στο τέλος του άρθρου)

Ωστόσο, είναι η ιδιότητα του συγγραφέα, δημοσιογράφου, συμμετέχοντα και παρατηρητή ταυτόχρονα των πνευματικών εξελίξεων του Αιτωλικού που ξεδιπλώνονται στο σύγγραμμα «Αἰτωλικιώτικαι Ἀναμνήσεις» εκείνα που θα μας απασχολήσουν σε αυτό το άρθρο.

Μέσα σε περίπου 60 σελίδες και επιλεγμένα κείμενα, ομαδοποιημένα σε κεφάλαια, με γλώσσα μεστή και κατανοητή, γλαφυρή αλλά δίχως λεκτικές υπερβολές, ο Γεώργιος Σώκος μας παρουσιάζει το Αιτωλικό έτσι όπως το γνώριζε 100 περίπου χρόνια πριν την εποχή μας, λίγο πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της εποχής του Μεσοπολέμου.

Ας δούμε παρακάτω ένα-ένα τα κείμενα που περιλαμβάνει ο τόμος αυτός:

Η σελίδα με τα Περιεχόμενα βρίσκεται στο τέλος του τόμου.

ΤΟΙΣ ΥΠΕΡΜΑΧΟΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙΣ ΤΑ ΝΙΚΗΤΗΡΙΑ

Κύριον ἄρθρον τῆς Ἐφημερίδος «ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΣ» 17-11-1923

Η φθορά του χρόνου και της χρήσης είναι σημαντική, ευτυχώς όμως το κείμενο παραμένει σχετικά ευανάγνωστο.

Το πρώτο κείμενο που συναντάμε, είναι γραμμένο με αφορμή την παρέλευση ενός ολόκληρου αιώνα από την 70ήμερη πολιορκία του Αιτωλικού από τον Μουσταή Πασά (Σ.Σ.: επίσης γνωστός και ως «Μουσταφά Πασάς») και τον Ομέρ Βρυώνη, η οποία ξεκίνησε στις 2 Οκτωβρίου 1823 και λύθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1823. Εδώ περιγράφεται το «θαύμα» που συντελέστηκε όταν μια εχθρική βόμβα χτύπησε το Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, ανήμερα μάλιστα της εορτής του ναού, με αποτέλεσμα στο σημείο που κατέληξε να ανοίξει μια τρύπα από την οποία ανέβλυσε γλυκό νερό. Ένα πραγματικό θείο δώρο για τους πολιορκημένους Αιτωλικιώτες, που ήρθε κυριολεκτικά σας μάννα εξ ουρανού, ενθαρρύνοντάς τους αρκετά ώστε να αντέξουν την πολιορκία, έως την τελική υποχώρηση των εχθρών.

Ας δούμε πως περιγράφει ο Γεώργιος Σώκος το απίστευτο αυτό συμβάν:

«Ὅταν δὲ καὶ τῶν γενναίων μαχητῶν τὰ στήθη ἤρχισαν καμπτόμενα ἀπὸ τῆς δίψης την φρικτὴν ἀγωνίαν, ἀπεφασίσθη ὁ θάνατος. Καὶ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τῶν Ταξιαρχῶν συνήχθησαν ὅλοι εἰς τὸν πάνσεπτον Ναόν των. Καὶ ἤκουσαν δι᾿ ὑστάτην φορὰν τὴν θείαν λειτουργίαν. Καὶ ἐγονυπέτησαν πρὸ τῆς εἰκόνος τῶν Ἀρχαγγέλων.

Καὶ οἱ ἀήττητοι τῶν Οὐρανῶν Ἀρχιστράτηγοι εἰσήκουσαν τῶν δεήσεών των. Καὶ τότε ἥρπασαν μίαν ἀπὸ τὰς ἐχθρικὰς βόμβας καὶ τὴν ἐξεσφενδόνισαν κατὰ τοῦ Ναοῦ των! Καὶ ἡ βόμβα ἐβυθίσθη εἰς τὸ μέσον τοῦ Ναοῦ. Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινεν. Ἄφθονο γλυκὸ νερὸ ἀνέβλυσεν ἀπὸ τὴν ἀνοιγεῖσαν πηγήν!

Κατάπληκτος ὁ Βρυώνης ἔβλεπε τὴν ἑπομένην τοὺς πολιορκουμένους ἀναλαμβάνοντας μὲ νέας δυνάμεις τὸν ἀγῶνα. Ὅταν δὲ ἐπληροφορήθη τὰ διατρέξαντα, φόβος καὶ τρόμος τὸν κατέλαβεν.»

Α΄ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑΝ

  1.   Ὀλίγα γενικά.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 22-7- 1923

Ο τόμος είναι χωρισμένος σε τέσσερις ενότητες, καθεμιά από τις οποίες υποδιαιρείται σε υποκεφάλαια.

Τα κείμενα συνεχίζουν με μια σύντομη αλλά αρκετά περιγραφική αναδρομή στην ιστορία του Αιτωλικού, η οποία «δὲν ὑπολείπεται ὅμως τῆς ἐνδόξου τοιαύτης τοῦ Μεσολογγίου.»

Ο Γεώργιος Σώκος ξεκινά αναφέροντας ότι οι δύο πόλεις είχαν συνδέσει τις τύχες τους κατά τη διάρκεια του Αγώνα για την Ελευθερία και συνέδραμαν διαρκώς η μία την άλλη και αν και «δικαίως» η Ιστορία επέλεξε να απαθανατίσει το Μεσολόγγι, θεωρεί ότι είναι άδικη η σκέψη πως η αναφορά και μόνο στην Ιερή Πόλη αρκεί για να εκπροσωπηθούν μέσω αυτού και όλες οι γύρω περιοχές:

«Ὅπως ἡ Κλείσοβα καὶ τὸ Βασιλάδι εἶναι ἐξ ἴσου πασίγνωστα διὰ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ἅτινα ἐξειλίχθησαν ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτά, ἔτσι καὶ τὸ Αἰτωλικὸν ἔπρεπε νὰ κοσμῇ τὰς σελίδας τῶν ἱστοριῶν καὶ τῶν μαθητικῶν βιβλίων διὰ τὰ κατορθώματα καὶ μεγάλα γεγονότα, ἅτινα εἰδικῶς ἀφοροῦν αὐτό, δεδομένου μάλιστα ὅτι ταῦτα περιβάλλονται καὶ μὲ ὑπερφυσικοὺς θρύλους, ὡς εἶναι τὸ θαῦμα τῶν Ταξιαρχῶν…»

  2.   Ἀνατολικόν.

«Στερεὰ Ἑλλάς» 29-07-1923

Έπειτα από αυτή την σύντομη εισαγωγή, ο συγγραφέας καταπιάνεται με την ιστορία του Αιτωλικού, καταδεικνύοντας μάλιστα, σύμφωνα με μαρτυρία περιηγητή του Μεσαίωνα, ότι αυτό καθίσταται παλαιότερο του Μεσολογγίου, αφού το αναφέρει, ως «Ανατολικόν» ο «ἐκ Τουδέλης ἰουδαῖος Βενιαμὶν», ο οποίος ωστόσο δεν πραγματοποιεί την παραμικρή αναφορά στο Μεσολόγγι.

Ωστόσο, σε κείμενο του Βενετού ιστοριογράφου Πέτρου Γαρζώνη, το 1684, αναφέρονται αμφότερες οι δύο γειτονικές πόλεις, αν και φαίνεται ότι το Ανατολικό-Αιτωλικό, ήταν πόλη μεγαλύτερης σημασίας από το Μεσολόγγι, εξ ου και επί τουρκοκρατίας η επαρχία που περιλάμβανε το Μεσολόγγι, το Νεοχώρι και το Αιτωλικό, περίπου όπως ο σημερινός Καλλικρατικός Δήμος δηλαδή, αποκαλούνταν «Μουκατᾶς Ἀνατολικοῦ».

Ο συγγραφέας αναφέρει στη συνέχεια ότι η κύρια απασχόληση των κατοίκων, όπως και του γειτονικού Μεσολογγίου, ήταν η αλιεία, ενώ δεν παραλείπει να κάνει και μια εκτίμηση της αρχικής ονομασίας «Ανατολικόν» «ὡς κείμενον ἀνατολικῶς τοῦ Ἀχελώου ποταμοῦ».

  3.   Τὰ κατὰ τὴν πολιορκίαν.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 12-08-1923

Στη συνέχεια, περιγράφεται η πολιορκία του Αιτωλικού, το 1823, από τις δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη, όταν περίπου 500 στρατιώτες («150 στρατιώτας ὑπὸ τὸν Κίτσον Κώσταν καὶ Ἀποστόλην Κουσουρῆν καὶ 350 λοιποὺς ἐνόπλους») και 2000 γυναικόπαιδα βρέθηκαν παγιδευμένοι από αριθμητικά υπέρτερους εχθρούς, οι οποίοι έβαλαν διαρκώς με το πυροβόλα τους εναντίον της πόλης.

 

  4.  Τὰ κατὰ τὴν πολιορκίαν.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 19-08-1923

Τα γεγονότα της πολιορκίας του 1823, απασχολούν και αυτό το κεφάλαιο, με τις περιγραφές της κατάστασης που επικρατούσε κατά τη διάρκειά της, να προκαλούν τρόμο:

«Τὸ ἀπαίσιον τῆς δίψης φάσμα ἤρχισε νὰ ἐπιφαίνεται κατ᾽ ἀρχὰς ἐπὶ τῶν γυναικοπαίδων. Μορφαί, πρῴην ροδαλαὶ καὶ σφριγῶσαι, ὠχραὶ καὶ στυγναὶ ἤδη ἐκ τῆς ὀδύνης περιεφέροντο εἰς τοὺς δρόμους μὲ ἀνοικτὸν στόμα, λυσίκομοι, κλαίουσαι, ἱκετεύουσαι τὴν ἐπέμβασιν τοῦ οὐρανοῦ. Τὰ λιμνάζοντα νερὰ καὶ αἱ βρωμεραὶ αὔλακες ἐγίνοντο ἀντικείμενα λυσσωδῶν ἐπιδρομῶν, ἡ δὲ θάλασσα ἐν τῇ ἀπατηλῇ της προκλητικότητι ἐπηύξανε τὸ μαρτύριον ἐκείνων. οἵτινες ἐζήτουν νὰ ὑγράνουν τὴν γλῶσσάν των εἰς τὰ ἁλμυρά της ὕδατα.

Ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν πολεμιστῶν ἡ ἀντοχὴ ἤρχισε νὰ κλονίζεται. Ἡ θέα τῶν προσφιλῶν των ἐν καταστάσει ἡμιπαραφροσύνης κατεξέσχιζε τὰς καρδίας των περισσότερον τῶν ἰδίων αὐτῶν βασάνων, ἃς ἠδύναντο ἐν θαυμαστῇ ἀντοχῇ νὰ ὑπομένωσιν. Τὰ πρῶτα κρούσματα θανάτων ἐκ δίψης, ἐν μέσῳ ὀδυνηρῶν σπασμῶν, συνεπλήρωσαν μετ᾽ ὀλίγον τὴν φρικαλέαν εἰκόνα τοῦ σπαραγμοῦ καὶ τῆς ἀθλιότητος.»

Κάθε πιθανότητα παράδοσης έχει αποκλειστεί. Αντιθέτως, σαν ένα τραγικό προμήνυμα του ολοκαυτώματος του Χρήστου Καψάλη, το οποίο θα ακολουθούσε λιγότερο από τρία χρόνια μετά, μεταξύ των οπλαρχηγών έχει αρχίσει να συζητάτε «…τὸ ἐνδεχόμενον βιαίου θανάτου, ὅστις ἐθεωρεῖτο προτιμότερος τοῦ μαρτυρικοῦ ἐκ τῆς δίψης τέλους καὶ τῶν ἀτίμων συνεπειῶν μιᾶς παραδόσεως.»

Ως σημείο θυσίας μάλιστα, είχε επιλεχθεί ο Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Ως ημερομηνία, η εορτή των Αγίων και ώρα το πέρας της Λειτουργίας, αμέσως μετά την Μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων. Η μέθοδος, απλή: «βαρέλιον πλῆρες πυρίτιδος…» το οποίο «θὰ συνεπλήρωνε τὸ ἔργον τοῦ πολιορκητοῦ!»

Το σχέδιο καταστρώθηκε αλλά, ευτυχώς, δεν εφαρμόστηκε, γιατί άλλη ήταν η μοίρα των πολιορκημένων Αιτωλικιωτών. Την ώρα που ο παπα-Οικονόμου προσκαλεί το ποίμνιο να μεταλάβει λέγοντας «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε…», ένας «ὀξὺς συριγμὸς» κατατρόμαξε τους εκκλησιαζόμενους, καθώς μια μπάλα από τούρκικο κανόνι χτύπησε το ναό, συνταράσσοντάς τον συθέμελα.

Στο σημείο όμως που κατέληξε ο μπάλα του κανονιού, ω τι θαύμα, άρχισε να αναβλύζει άφθονο νερό με τα πλήθη «ἀλλόφρονα ἐκ τῆς χαρᾶς» να ορμούν εκεί και να κραυγάζουν «Νερό… γλυκὸ νερό!»

Το Αιτωλικό είχε σωθεί!

  5.  Λύσις τῆς πολιορκίας.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 26-08-1923

Η νέα, θαυματουργή αυτή πηγή, «εγκαινιάστηκε» με μεγαλοπρεπή λιτανεία και αγιασμό των ανδρών και των όπλων τους με το «αγίασμα», προκαλώντας τρόμο στον Μουσταή-Πασά όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με μια αιφνιδιαστική επίθεση των Μεσολογγιτών υπό τον Κίτσο Τζαβέλα, με την οποία διέκοψαν την τροφοδοσία των τουρκικών στρατευμάτων, οδήγησε στη λύση της πολιορκίας, τη νύχτα της 30ης Νοεμβρίου.

Ο απολογισμός κάνει λόγο για 2000 νεκρούς Τούρκους και 150 αιχμαλώτους, ενώ από πλευράς των Ελλήνων σκοτώθηκαν περίπου 200 Αιτωλικιώτες και αιχμαλωτίστηκαν εννέα.

  6.  Ἡ πηγὴ καὶ ὁ Ναὸς τῶν Ταξιαρχῶν.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 02-09-1923

Ένα αντίστοιχο θαυμαστό γεγονός όμως συνέβη και κατά τη δεύτερη πολιορκία του Αιτωλικού, την 18η Απριλίου 1825. Τότε, ένας στρατιώτης ο οποίος κολύμπησε στη λιμνοθάλασσα, ήπιε κατά λάθος λίγο νερό και παρατήρησε ότι αυτό ήταν… γλυκό!

Αμέσως ειδοποίησε τους Αιτωλικιώτες οι οποίοι έσπευσαν να διαπιστώσουν και οι ίδιοι εάν ευσταθεί αυτό που τους είπε ο στρατιώτης, αλλά και να γεμίσουν τα παγούρια τους. Το εκπληκτικό αυτό φαινόμενο μάλιστα διήρκησε για τρεις ολόκληρες ημέρες, δίχως κανείς να μπορεί να εξηγήσει το πως ξαφνικά το θαλασσινό νερό μετατράπηκε σε πόσιμο!

Σε υποσημείωσή, ο συγγραφέας αναφέρει ότι η θαυματουργή πηγή εντός του ναού καλύφθηκε μετά την απελευθέρωση της χώρας, καθώς το νερό που έτρεχε δημιουργούσε προβλήματα στη λειτουργία της εκκλησίας. Ωστόσο περίπου 25 χρόνια πριν τη συγγραφή του άρθρου (Σ.Σ.: γύρω στα 1900), φοιτητές του Πανεπιστημίου κατάφεραν να εντοπίσουν και να σημάνουν το σημείο που υπήρξε η πηγή, ενώ το 1905, ο «ἐπιφανὴς βυζαντινολόγος καὶ ἰδιαίτερος γραμματεὺς τῆς Βασιλίσσης Ὄλγας Γεώργ. Λαμπάκης» μετέβη στο Αιτωλικό και με εντολή και δαπάνες της Βασίλισσας, έσκαψε και έφερε πάλι στην επιφάνεια την πηγή, γεγονός που απασχόλησε εκτενώς τον Τύπο της εποχής. Ο Γεώργιος Λαμπάκης, ενθουσιασμένος, απέστειλε τηλεγράφημα στην Βασίλισσα για την επιτυχία του, ενώ προτού αποχωρήσει δεν παρέλειψε να γεμίσει μερικές φιάλες «ἐκ τοῦ ἁγιάσματος».

Πρόταση του Γεωργίου Σώκου είναι να δημιουργηθεί νέος, μεγαλοπρεπής ναός των Ταξιαρχών «εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης τῆς πόλεως πρὸς τοὺς μεγάλους προστάτας καὶ λυτρωτάς», ενώ προτείνει επίσης στον επόμενο εορτασμό των αγίων να προσκληθούν «οἱ Βασιλεῖς, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος», προκειμένου να αναδειχθεί η ανάγκη ανέγερσης του νέου Ναού. Αναγνωρίζοντας μάλιστα την μεγάλη δυσκολία εξεύρεσης των απαιτούμενων κονδυλίων για μια τέτοια ενέργεια, προτείνει τη διενέργεια εράνου σε ολόκληρη την Αιτωλοακαρνανία αλλά και την Ελλάδα, τη διάθεση της τωρινής περιουσίας του Ναού αλλά και την επιβολή ειδικού φόρου στο Ιχθυοτροφείο Αιτωλικού.

 

 7.   Πρὸς τὸν Ντολμᾶν.

 «Στερεὰ Ἑλλάς», 09-09-1923

 Πριν προχωρήσει στην περιγραφή των γεγονότων γύρω από την Μάχη του Ντολμά, ο συγγραφέας καταγράφει ως αξιοσημείωτο γεγονός την δίκη του Καραϊσκάκη, «κατηγορουμένου ἐπὶ προδοσίᾳ», στις 2 Απριλίου 1824, από Έκτακτο Στρατοδικείο, που κατέληξε στην εξορία του οπλαρχηγού και την έκπτωση από τα στρατιωτικά του αξιώματα.

Την ίδια χρονιά, καθώς εκεί ήταν η έδρα του Μαυροκορδάτου, στις 17 Δεκεμβρίου, μετέβη στο Αιτωλικό ο Στρατηγός Τσόγκας, προκειμένου να διευθετήσει δια΄φορές που είχαν ανακύψει μεταξύ των οπλαρχηγών. Καθώς όμως η διαβούλευση βρισκόταν σε εξέλιξη, συνέβη δυνατός σεισμός που, οι προληπτικοί πρόγονοί μας, εξέλαβαν ως οιωνό ότι πρέπει να αφήσουν τις διαφορές τους στην άκρη και τις επέλυσαν με συνοπτικές διαδικασίες.

 

Η σχετικά ειρηνική αυτή όμως περίοδος θα λάβει τέλος σύντομα, όταν η σύμπραξη του Κιουταχή, που πολιορκεί το Μεσολόγγι, με τον Ιμπραήμ, θα σημάνει και το τέλος της ελευθερίας του Αιτωλικού.

 

Η επίθεση στο νησάκι του Ντολμά, ήρθε ως απόρροια της συνειδητοποίησης των οθωμανικών δυνάμεων ότι το Μεσολόγγι θα έπεφτε μόνο όταν ο αποκλεισμός επεκτείνονταν και στη θάλασσα.

 

Έτσι, στις 17 Φεβρουαρίου 1826 αποκλείεται η λιμνοθάλασσα, ενώ στις 26 του ίδιου μήνα θα πέσει το Βασιλάδι. Η προσοχή πλέον είναι στραμμένη στο «Ανατολικό» και δη, στον Ντολμά.

 8.    Ἡ ἐποποιία τοῦ Ντολμᾶ.

 «Στερεὰ Ἑλλάς», 16-09-1923

Πόση Ιστορία γράφηκε στα λίγα τετραγωνικά μέτρα αυτής της ακατοίκητης νησίδας!

 

«Τρεῖς σταυραητοὶ ροβόλαγαν ἀπ᾿ τ᾽ Ἄγραφα σταλμένοι

Ὁ ἕνας πάει στ᾿ Ἀντιλικό, στὸ Βασιλάδι ὁ ἄλλος

Κι ὁ τρίτος ὁ καλλίτερος στὸ Μεσολόγγι μπῆκε.

Ντάπια σὲ ντάπια περπατεῖ, ταμπούρι σὲ ταμπούρι,

Ρωτάει στὴ ντάπια τοῦ Μακρῆ, στὴ ντάπια τοῦ Δεσπότη,

Γειά σας, χαρά σας, μπρὲ παιδιά! Καλῶς τὸ παλληκάρι!

Μόν’ εἴδατε τὸ Λιακατᾶ, τὸν καπετὰν Γρηγόρη;

Ἀητέ μ᾿, αὐτὸς δὲν εἶν᾽ ἐδῶ κι ἐδῶ μὴν τὸν γυρεύῃς,

Μὸν’ πέτα πρὸς τ᾽ Ἀντιλικὸ καὶ πέρασε στὸ Πόρο,

Ἐκεῖ θὰ βρῆς πολλὰ κορμιὰ σφαγμένα, σκοτωμένα.

Κι ὅποιο εἶν᾽ πιὸ λεβέντικο καὶ ξανθομουστακᾶτο,

Ἐκεῖνο εἶναι τὸ κορμὶ τοῦ καπετὰν Γρηγόρη!»

Ας δούμε πως περιγράφει τα γεγονότα εκείνα ο ίδιος ο Γεώργιος Σώκος:

«Ξημέρωνε ἡ 28 Φεβρουαρίου 1826. Τὰ πυκνὰ σύννεφα, ποὺ σκέπαζαν τὸν οὐρανὸ τὴ νύκτα ἐκείνη, ζητοῦσαν μ᾿ ἐπίμονη προσπάθεια νὰ φράξουν τὸ δρόμο τῆς αὐγῆς, ὅταν οἱ πρῶτοι κρότοι τῶν κανονιῶν ἀντήχησαν ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο τῆς Φοινικιᾶς. Ἀπ᾽ τὴ νύκτα οἱ Τοῦρκοι εἶχαν στήσει ἐκεῖ τρία κανονοστάσια μὲ 18 κανόνια καὶ βομβοβόλα, δύο χιλιάδες δὲ Ἄραβες καὶ Ἀλβανοὶ ὑπὸ τὸν Χουσεήμπεην ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς κατάληψιν τοῦ Ντολμᾶ, τὸν ὁποῖον ἐχώριζεν ἀπὸ τῆς Φοινικιᾶς στενὸ πέραμα ρηχῶν ὑδάτων πλάτους 20 περίπου βημάτων.»

Απέναντι σε όλη αυτή την εχθρική δύναμη, το Αιτωλικό δεν διέθετε φρουρά να αντιτάξει, παρά μόνο διακόσιους κατοίκους «ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ χιλιάρχου Γρηγόρη Λιακατᾶ», οι οποίοι μπορούσαν να φέρουν άρματα. Διέθεταν δε μονάχα ένα κανονοστάσιο.

Η μάχη που επακολουθεί, είναι σκληρή. Οι αγωνιστές υπό τον Γρηγόρη Λιακατά αγωνίζονται με απίστευτη γενναιότητα. Η αριθμητική υπεροχή των εχθρών όμως, είναι συντριπτική. Μάχονται μέχρι που τα σπαθιά τους σπάνε, οι σφαίρες και το μπαρούτι τελειώνουν. Ένας-ένας, οι οπλαρχηγοί πέφτουν. Ο αρχηγός τους μένει με 50 άντρες. Μετά, με δέκα. Το χώμα στο μικρό νησί, έχει πλέον βαφτεί κόκκινο από το αίμα των υπερασπιστών του αλλά και των στρατιωτών του Χουσεήμπεη.

Όταν πλέον η μόνη βεβαιότητα είναι ο θάνατος, ο Γρηγόρης Λιακατάς στέλνει έναν από τους άντρες του, τον Τσάλα, να διαμηνύσει στους Αιτωλικιώτες ότι οι πολεμιστές του παρέμειναν έως το τέλος πιστοί στον όρκο τους και στην Πατρίδα.

Οι τελευταίες λέξεις του, προκαλούν ανατριχίλα: «Ἔ Λεωνίδα, ἔλα τώρα νὰ μοιράσῃς τὴ δόξα σου μὲ τοὺς γενναίους μου».

Λαβωμένος, ορμά και χάνεται μέσα στους αλαλαγμούς και τα ουρλιαχτά, παραδίδει όμως το όνομά του στην Ιστορία και την ψυχή του στην Αθανασία.

9.     Μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ντολμᾶ.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 23-09-1923

Το επακόλουθο της μάχης, ήταν απρόβλεπτο. Αν και νικητές, οι Τούρκοι διακατέχονται από φόβο για τους Αιτωλικιώτες και το ενδεχόμενο η πόλη να διαθέτει φρουρά ανάλογη με τους 200 του Λιακατά που σκόρπισαν τόσο θάνατο στους εχθρούς τους, πριν πέσουν και οι ίδιοι.

Έτσι, ο Ιμβραήμ καλεί τον Παπα-Οικονόμου και δυο προκρίτους και υπόσχεται ότι αν παραδοθούν ειρηνικά, εγγυάται τη ζωή και την ασφάλεια των κατοίκων, «πλὴν ἑνός, τὸν ὁποῖον ἀπέφυγε νὰ ὀνομάσῃ»…

Οι πολιορκημένοι, θέτουν μονάχα έναν όρο: να πάρουν μαζί τους έως 100 γρόσια ο καθένας, καθώς και την πολυτιμότερη φορεσιά τους, και να φύγουν για την Άρτα. Ο όρος γίνεται δεκτός, ενώ επιπλέον οι Τούρκοι προθυμοποιούνται να τους παρέχουν ακόμη και τροφή, για διάστημα ενός μηνός.

Υπήρχε όμως και το ζήτημα του ενός προσώπου, το οποίο δίχως να έχει ονοματιστεί, εξαιρούνταν του συμβιβασμού.

Το πρόσωπο αυτό ήταν μια νεαρή, η Τασούλα Κουρκουμέλη, μνηστή του Νίκου Τσερέπη, η οποία προσπάθησε να διαφύγει μεταμφιεσμένη σε καλόγρια. Οι Τούρκοι όμως την εντόπισαν και την μετέφεραν στη σκηνή του Ιμβραήμ. Ο Γεώργιος Σώκος μάλιστα κατονομάζει ως εκείνον που πληροφόρησε τον Ιμβραήμ για την καλλονή Τασούλα τον Εβραίο Σαμπεθάϋ, υπηρέτη της οικογένειας Κουρκουμέλη.

Ο Παπα-Οικονόμου διαμαρτυρήθηκε για την αρπαγή της κοπέλας, ο Ιμβραήμ όμως εκνευρίστηκε έντονα και διέταξε να ξεριζώσουν τη γενειάδα του ιερέα, ο οποίος μαρτύρησε στην προσπάθειά του να διασώσει την Τασούλα Κουρκουμέλη. Το μέλλον της, θα ήταν πλέον το χαρέμι του Ιμβραήμ.

Το Αιτωλικό σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης την 21η Μαΐου 1821. Πέντε χρόνια μετά, την 1η Μαΐου 1826, θα παραδίδονταν στους Τούρκους. Πέρασαν άλλα δύο χρόνια, ως τις 11 Μαΐου 1828, όταν ο Άγγλος πλοίαρχος Άστιγξ αποπειράθηκε εκ νέου να απελευθερώσει την πόλη.

Αν και η νίκη του επί των εχθρών θεωρούνταν βέβαιη, η ανάφλεξη του πλοίου με τα πολεμοφόδια και η έκρηξη που θα ακολουθούσε, θα τραυμάτιζε σοβαρά τον ίδιο και θα σταματούσε την επίθεση. Ο Άστιγξ θα πεθάνει εννέα μέρες αργότερα, στις 21 Μαΐου 1828, στην Ζάκυνθο, όπου είχε μεταφερθεί με το πλοίο «Καρτερία». Το Αιτωλικό θα απελευθερωθεί οριστικά στις 2 Μαΐου 1829.

Β’ Μέρος: ΝΕΟΙ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΙΚΟΥ

1.    Οἱ ἐρασιτέχναι.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 10-06-1923

Μετά την ιστορική αναδρομή, ο συγγραφέας καταπιάνεται με το Αιτωλικό που γνώρισε στην εποχή του.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, είναι αφιερωμένο στους «ερασιτέχνες του Αιτωλικού» οι οποίοι, ο καθένας από πλευράς του, έχουν συνεισφέρει στον τομέα του Πολιτισμού.

Πρώτος-πρώτος, μνημονεύεται «ἕνας τύπος ἐνθουσιώδους ἄλλοτε ποιητοῦ καὶ ρήτορος», ο Γιάννης Τζοβάρας, υπήρξε επί σειρά ετών η πνευματική εκπροσώπηση του Αιτωλικού, «Παρὰ τὴν πτωχείαν καὶ τὴν ταραχώδη βιοπάλην του».

Υπό την δική του καθοδήγηση, το Αιτωλικό γνώρισε μεγάλη πνευματική ανάπτυξη, η οποία εκφράστηκε κυρίως μέσω του ιδιαίτερα αξιόλογου ερασιτεχνικού θεάτρου, όπου ήταν «Πρωταγωνιστὴς καὶ διδάσκαλος πάντοτε ὁ Τζοβάρας». Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι τις επιτυχίες του ερασιτεχνικού θιάσου παρακολουθούσαν και επαγγελματίες του χώρου από την Αθήνα, κι έτσι προέκυψαν και καλλιτεχνικές συμπράξεις επαγγελματικών θιάσων με τους, μονάχα κατ’ όνομα μάλλον όπως φαίνεται, ερασιτέχνες του Αιτωλικού.

Δυστυχώς, κάποια στιγμή η προσπάθεια αυτή ατόνισε και ο Γιάννης Τζοβάρας το πήρα κατάκαρδα, με αποτέλεσμα να αρχίσει η «κατάπτωσίς» και να καταλήξει να περιφέρεται έχοντας απολέσει το κύρος που έως τότε απολάμβανε από τους συντοπίτες του. Προκειμένου να βιοποριστεί, άρχισε να εργάζεται ως δικολάβος, να ασχολείται με την εκκλησιαστική μουσική και να καλλιεργεί τα λιγοστά κτήματα που διέθετε.

2.   Ἀπὸ τῆς παρακμῆς εἰς τὴν ἀναγέννησιν.

 «Στερεὰ Ἑλλάς», 01-07-1923

Η πνευματική αυτή παρακμή διήρκεσε μια ολόκληρη δεκαπενταετία, κατά την οποία οι νέοι του τόπου έλκονταν από τις στήλες με τους γρίφους και προβλήματα των περιοδικών «Ελλὰς» και «Παρνασσός», και όχι με τις στήλες όπου δημοσιεύονταν ποιήματα και όχι με τις σελίδες που δημοσιεύονταν οι πρώτες προσπάθειες των νέων ποιητών και συγγραφέων της χώρας. Ως αποτέλεσμα, ονόματα της νεολαίας του Αιτωλικού εμφανίζονταν συχνά στις στήλες με τις λύσεις των διαφόρων γρίφων, όχι όμως και στις σελίδες που φιλοξενούσαν τις πρώτες φιλολογικές προσπάθειες.

Όλα όμως θα άλλαζαν μετά το 1909, όταν η «εἰρηνικὴ ἐπανάστασις» (Σ.Σ.: Κίνημα στο Γουδί) θα δημιουργούσε σε όλη τη χώρα ατμόσφαιρα εθνικού οργασμού, που στο Αιτωλικό θα κορυφωνόταν το 1911 και θα διαρκούσε έως την επιστράτευση του 1912, οπότε και η πόλη «διῆλθεν ἡμέρας ἀλησμονήτους, αἵτινες ἀπετέλεσαν τιμητικὸν σταθμὸν ἐν τῇ πνευματικῇ του ἐξελίξει».

3.  Ὁ Σύλλογος τῶν Ἐρασιτεχνῶν.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 08-07-1923

΄Όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, την εποχή εκείνη, σημαντικοί θεατρικοί θίασοι επισκέπτονταν το Αιτωλικό, κερδίζοντας την εκτίμηση και αναγνώριση των κατοίκων του. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στον θίασο του Μήτσου Ρέντζου και της συζύγου του Ελένης, αλλά και του Γαϊτανάκη, που με τη σύζυγό του Σοφία και την κόρη τους Νίτσα. Ο δυο θίασοι έπαιζαν εκ περιτροπής: όταν ο ένας βρίσκονταν στο Αιτωλικό, ο άλλος έστηνε το σανίδι στο Αγρίνιο ή το Μεσολόγγι.

Η έντονη αυτή θεατρική κίνηση, αποτέλεσε το έναυσμα για τη σύσταση ερασιτεχνικού θεατρικού συλλόγου, ο οποίος ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Ιανουάριο του 1911, απαρτιζόμενος απ΄ο πρόσωπα όπως: «ὁ Λεονάρδος, ὁ Σῶκος, ὁ Κτιστόπουλος, ὁ Ροδόπουλος, ὁ Λάσκαρης, ὁ Οἰκονομόπουλος, ὁ Σπυρόπουλος, ὁ Καρβέλης, ὁ Κοντοδῆμος, ὁ Τσέκος, ὁ μακαρίτης Πυλαρινὸς». Ο δε προαναφερθείς Τζοβάρας, αν και δεν αποτέλεσε ποτέ επίσημα μέλος του Συλλόγου, αποτελούσε στην πραγματικότητα την «ψυχή» του.

Ο Σύλλογος μάλιστα εξέδιδε και περιοδικό, τον «Παναιτωλικό Αστήρ», με εκδότη τον ίδιο των Γεώργιο Σώκο. Σύμφωνα με το καταστατικό του δε, επιδιώξεις του Συλλόγου θα ήταν το ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων, οι καλλιτεχνικές διαλέξεις, οι εθνικές γιορτές και οι εκδρομές.

Για τη στέγαση του Συλλόγου, παραχωρήθηκε το ισόγειο της οικίας Οικονομόπουλου, το οποίο λειτουργούσε ως καφενείο και στο οποίο πάντοτε παιζόταν θεατρικά έργα. Καθότι μάλιστα έλειπαν οι οικονομικοί πόροι για τον εξοπλισμό του θεάτρου, τα μέλη του έλαβαν πρωτοβουλίες: ο Σώκος, προμήθευσε πανί από το κατάστημά του, «ἐπὶ πιστώσει», ο Τσέκος αντίστοιχα πρόσφερε την ξυλεία από το κατάστημά του, ενώ ο ζωγράφος Δήμος Μπρέσας, φιλοτέχνησε αφιλοκερφώς τα διάφορα σκηνικά.

4.   Ἡ 25 Μαρτίου 1911.

 «Στερεὰ Ἑλλάς», 15-07-1923

 Το πρώτο έργο που ανέβασε ο νεοϊδρυθείς Σύλλογος, την 25η Μαρτίου 1911, ήταν η «Εσμέ» του Σπυρίδωνα Περεσιάδη.

Ανήμερα της εθνικής γιορτής της 25ης Μαρτίου, ο Σύλλογος παρέστη σύσσωμος στη δοξολογία, ενώ την εκφώνηση του πανηγυρικού της ημέρας έκανε ο Σώκος. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, πραγματοποιήθηκε λαμπαδηφορία προς το θέατρο, νέων της πόλης, με συνοδεία οργάνων της Φιλαρμονικής. Εκεί, τους περίμενε ο Τζοβάρας, ο οποίος «απήγγειλε το ποίημα του Πατριάρχου» (Σ.Σ.: πιθανώς εννοεί το ποίημα «Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, το οποίο γράφτηκε το 1872 για να τιμήσει τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, στην Αθήνα.)

Το πλήθος που συγκεντρώθηκε κατέκλυσε το θέατρο, ενώ το έργο παίχθηκε με μεγάλη επιτυχία: «Τοὺς ρόλους τῶν πρωταγωνιστῶν Δρόσου καὶ Ἐσμὲ τοὺς ὑπεδύοντο οἱ Λεονάρδος καὶ Σῶκος. Τὸν κωμικὸν Μπίρκον μὲ πρωτοφανῆ ἐπιτυχίαν ὁ Λάσκαρης. Ὁ κόσμος σπαρταροῦσε στὰ γέλια μαζί του! Τὸν Στράτον τὸν ὑπεδύετο ὁ Ροδόπουλος, τὸν Φλόγαν ὁ Καρβέλης, τὴ γρηὰ Στράταινα ὁ Σπυρόπουλος. Τέλειος στὸν ρόλο του, ὅπως ἔγινε τέλειος καὶ στὸ ἰατρικόν του ἐπάγγελμα. Τὴν Κάρμεν ὁ Πυλαρινὸς καὶ τοὺς ἄλλους δευτερεύοντας ρόλους τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ Συλλόγου.»

Υπήρχε ωστόσο και μια… αντικειμενική δυσκολία που έπρεπε να υπερκεραστεί, η εξεύρεση γυναικών ηθοποιών για τις ανάγκες της παράστασης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάποια σήμερα που θεωρούμε δεδομένα τότε δεν ήταν και ο χώρος του θεάτρου, ιδιαίτερα του ερασιτεχνικού, δεν ήταν ιδιαίτερα «φιλόξενος» για τις γυναίκες των αρχών του 20ου αιώνα.

Χάρη στα νεότερα μέλη του θιάσου όμως και με την επιστράτευση των κοριτσιών στα παρασκήνια, κι αυτός ο σκόπελος ξεπεράστηκε: οι νεαροί άνδρες «μεταμορφώθηκαν» με τη βοήθειά τους σε «γυναίκες», με κάθε χαρακτηριστική καμπύλη του γυναικείου σώματος να αποδίδεται με εξαιρετική πιστότητα που «θὰ τὴ ζήλευε καὶ ὁ Φειδίας!»

Η παράσταση δε έλαβε τέλος στη μία τα ξημερώματα, «ἐν μέσῳ ζητωκραυγῶν καὶ χειροκροτημάτων», ενώ ακολούθησε γλέντι ως το πρωί. Το πρώτο εγχείρημα του Συλλόγου, είχε στεφθεί από απόλυτη επιτυχία!

 5.    Ἡ δρᾶσις τοῦ Συλλόγου Ἐρασιτεχνῶν.

 «Στερεὰ Ἑλλάς», 30-09-192

Οι παραστάσεις φυσικά συνεχίστηκαν με αμείωτη επιτυχία και τα επόμενα χρόνια, με έργα όπως το «Ἔνσαρκον ἄγαλμα», το «Δόξα καὶ δάκρυα», το «Ἰωσίαν τὸν ἀκτοφύλακα», το «Δύο λοχίας», το «Χορὸν τοῦ Ζαλόγγου», το «Σκλάβα» και τα «Τέκνα τοῦ Δοξαπατρῆ».

Το 1912 όμως ο θίασος ανέβασε κι ένα πρωτότυπο έργο, το οποίο έγραψε ο Σώκος, και ονομαζόταν «Ἡ Δόξα τοῦ Αἰτωλικοῦ». Το έργο θα παιζόταν εντός του Ναού των Ταξιαρχών και προκειμένου να το προετοιμάσει, ο Σώκος χρειάστηκε να μελετήσει την ιστορία του Αιτωλικού.

Η παράσταση, που ανέβηκε την 25η Μαρτίου 1912, με συμμετοχή μάλιστα του προαναφερθέντος θιάσου του Γαϊτανάκη, ξεπέρασε κάθε προσδοκία.

Η διανομή των ρόλων έγινε ως εξής: «Γαϊτανάκης ὡς Μεγαπάνος, Καπαξίτης ὡς Κουρκουμέλης, Λεονάρδος ὡς Τσερέπης, Λαζαρίδης ὡς Λιακατᾶς, Καρβέλης ὡς Μαγγίνας, Φαράντος ὡς Τσάλας, Σπυρόπουλος ὡς Παπαοικονόμου, Νίτσα Γαϊτανάκη ὡς Τασούλα Κουρκουμέλη, κυρία Λαζαρίδου ὡς Εἰρήνη Κουρκουμέλη, Κλημανιώτης ὡς Σαμπεθάϋ καὶ ὁ ἐξ Ἀγρινίου φαρμακοποιὸς Π. Γκιόκας ὡς Ἰμβραήμ.»

Μάλιστα, ο Χρήστος Ευαγγελάτος, που τότε δεν είχε γίνει ακόμη Δήμαρχος αλλά ήταν ανταποκριτής των εφημερίδων «Πελοπόννησος» και «Πρωινή», εξήρε στα μέσα που συνεργαζόταν την μεγάλη επιτυχία του έργου.

 6.  Ἡ 29 Μαΐου 1912.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 07-10-1923

Παράλληλα όμως ο ερασιτεχνικός θίασος ανέπτυξε, σύμφωνα με το καταστατικό του, και άλλες πρωτοβουλίες, πέραν του θεάτρου. Έτσι, το 1919, αποφάσισε να τελέσει επιμνημόσυνη δέηση για τους πεσόντες Αιτωλικιώτες υπό τον Λιακατά στον Ντολμά, αλλά και για τον τελευταίο Αυτοκράτορα του Βυζαντίου, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Ως ημέρα, επιλέχθηκε η 21η Μαΐου 1919.

Το τελετουργικό ακολούθησε το πρόγραμμα, το οποίο μάλιστα ήταν έτοιμο από μέρες: μεγαλοπρεπής λειτουργία στον Ναό της Παναγίας, χοροστατούντος του αρχιεπισκόπου Παρθενίου και στη συνέχεια το μνημόσυνο, το οποίο μάλιστα παρακολούθησε και ο Γάλλος Στρατηγός Εντού, ο οποίος έτυχε να διέρχεται από την πόλη. Στη συνέχεια, πλοιάρια μετέφεραν τον κόσμο στο νησάκι του Ντολμά, όπου εψάλη η επιμνημόσυνη δέηση.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, οι μαθητές της πόλης πραγματοποίησαν λαμπαδηδρομία προς τη θάλασσα, ενώ στη συνέχεια επιβιβάστηκαν σε πριάρια και λέμβους με τα οποία ανοίχτηκαν στη λιμνοθάλασσα και σκόρπισαν φαναράκια στα ήρεμα νερά, δημιουργώντας ένα φαντασμαγορικό θέαμα που προσέλκυσε ακόμη και τους κατοίκους του Μεσολογγίου, που άρχισαν να καταφθάνουν με έκτακτη αμαξοστοιχία. Φυσικά, η βραδιά ολοκληρώθηκε με νέες θεατρικές παραστάσεις.

7.   Τὰ μέλη τοῦ Συλλόγου.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 14-10-1923

Δυστυχώς οι στρατιωτικές εξελίξεις θα διέκοπταν πρόωρα τις δραστηριότητες του Συλλόγου, που σίγουρα είχε τόσα να προσφέρει ακόμη. Η επιστράτευση του 1912 θα έπαιρνε στο μέτωπο του «Βαλκανοτουρκικοῦ πολέμου» (Σ.Σ.: 1ος Βαλκανικός Πόλεμος, 1912-1913), πολλά από τα μέλη του.

Στη συνέχεια, ο Γεώργιος Σώκος καταγράφει την πορεία των μελών του Συλλόγου που κλήθηκαν να πολεμήσουν, και θεωρούμε πως θα πρέπει να διατηρήσουμε σε αυτό το κείμενο αυτούσια τη δική του περιγραφή, ως μια ελάχιστη ένδειξη σεβασμού και τιμής προς τα πρόσωπα αυτά:

 

    «Ἰ. Πυλαρινός. Καταταγεὶς ὡς ἐθελοντής, ἔπεσεν ἡρωϊκῶς μαχόμενος κατὰ τὸν Ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον τοῦ 1915.

    Δ. Λεονάρδος. Προήχθη εἰς ἀξιωματικὸν ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν μαχῶν κατὰ τὸν Ἑλληνοβουλγαρικὸν πόλεμον τοῦ 1913. Ὡς λοχαγὸς ἐτραυματίσθη σοβαρῶς εἰς τὴν μάχην τοῦ Σκρᾶ. Προαχθεὶς εἰς Ταγματάρχην ἐπ᾿ ἀνδραγαθίᾳ, ἐτέθη εἰς μόνιμον διαθεσιμότητα λόγῳ τοῦ ἀνιάτου τοῦ τραύματός του. Ἀκολουθήσας ἔκτοτε τὰ μαθήματα τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ἀνεκηρύχθη πρὸ τριμήνου διδάκτωρ. Ἤδη ἀσχολεῖται μὲ τὴν πολιτικήν.

    Γ. Ροδόπουλος. Ἐκπληρώσας τὴν στρατιωτικήν του ὑποχρέωσιν, προσελήφθη ὡς ὑπάλληλος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Σήμερον εἶναι Εἰσηγητὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου.

    Ν. Σπυρόπουλος. Φανατικὸς λάτρης τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν Ἐπιστημῶν. Λόγῳ δυσμενῶν οἰκογενειακῶν του συνθηκῶν, ἐνεγράφη εἰς τὸ Γυμνάσιον μόλις εἰς ἐποχὴν καθ᾽ ἣν διήνυε θητείαν κληρωτοῦ. Ἀποφοιτήσας, ὡς στρατιώτης ἀκόμη, ἐνεγράφη εἰς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Σήμερον εἶναι εἰς ἐκ τῶν διαπρεπεστέρων παιδιάτρων καὶ ἐπιμελητὴς τῆς Παιδιατρικῆς Κλινικῆς τοῦ Πανεπιστημίου. Κατ᾽ αὐτὰς ἐκδίδει καὶ ὀγκῶδες σύγγραμμα Παιδιατρικῆς.

    Α. Λάσκαρης. Ἠκολούθησε καὶ αὐτὸς τὸν ἰατρικὸν κλάδον ὑπηρετήσας καὶ εἰς τὸν στρατὸν ὡς ἰατρός. Ἐτελειοποιήθη εἶτα εἰς Γαλλίαν καὶ σήμερον ἐξασκεῖ λίαν εὐδοκίμως τὸ ἐπάγγελμά του εἰς Αἰτωλικόν.

    Σ. Κοντοδῆμος. Ἔσχε τὴν αὐτὴν ἐξέλιξιν μὲ τὸν Λάσκαρην. Ἐξασκεῖ τὸ ἐπάγγελμά του εἰς Αἰτωλικόν.

    Κ. Κοντοδῆμος. Λιμενάρχης.

    Α. Στέλιος. Ἀξιωματικὸς τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ πτυχιοῦχος τῆς Νομικῆς.

    Ἰ. Οἰκονομόπουλος. Ταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ.

    Σ. Κτιστόπουλος. Ἐκ τῶν καλλιτέρων δικηγόρων. Σήμερον ἀσχολεῖται καὶ μὲ τὸ ἐμπόριον.

    Κλ. Τσᾶτσος. Ἐπίτιμον μέλος τοῦ Συλλόγου. Διακρίνεται διὰ τὸ ἐξαίρετον ποιητικόν του τάλαντον. Αἰσθηματίας, ἰδεολόγος, ψυχὴ εὐγενής, ἄριστος ἠθογράφος, ἀντιπροσωπεύει σήμερον ἐπαξίως τὸ Αἰτωλικὸν εἰς τὴν χορείαν τῶν ποιητῶν καὶ λογογράφων τῆς Αἰτωλοακαρνανίας. Ἐξέδωσε πλεῖστα ποιητικὰ καὶ ἠθογραφικὰ ἔργα, τελευταίως δὲ τὰ «Φυλακισμένα εἴδωλα». Ἀπὸ ἐτῶν διευθύνει καὶ τὴν «Μεταβολὴν» τοῦ Μεσολογγίου, ἐφημερίδα ἐκπροσωποῦσαν τὰς ἁγνὰς καὶ ἐκ καθαρᾶς ἰδεολογίας πολιτικάς του ἀντιλήψεις.

    Π. Κατζοῦρος. Λαμπρὸς δημόσιος ὑπάλληλος ὑπηρετῶν ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ.

    Χ. Εὐαγγελᾶτος. Ἐπίτιμον μέλος τοῦ Συλλόγου καὶ ἔνθερμος αὐτοῦ ὑποστηρικτής. Δικηγόρος καὶ τελειόφοιτος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἔγκριτος δημοσιογράφος. Διετέλεσε Γραμματεὺς Α΄ τάξεως τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ὑποδιοικητὴς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Ἠπείρου, ἀναμειχθεὶς ἐνεργῶς εἰς τὸ Βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα. Ἔγραψε πλείστας μελέτας, ἱστορικάς, ἠθογραφικάς, φιλολογικάς. Ἀπὸ τριετίας περίπου ἐκδίδει τὴν «Στερεὰν Ἑλλάδα», ἐφημερίδα ἐξυπηρετοῦσαν μετὰ φανατισμοῦ τὰ συμφέροντα, τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Αἰτωλοακαρνανίας.»

Το κεφάλαιο δε, ολοκληρώνεται με μια συντομότατη (μη) αναφορά στον ίδιο τον συγγραφέα, απόλυτα ενδεικτική του ήθους του:

«Ἀπομένει τέλος καὶ ὁ ὑποφαινόμενος, ὅστις ἀδυνατεῖ ν᾿ ἀσχοληθῇ μὲ τὸν ἑαυτόν του.»

Γ’ ΣΚΕΨΕΙΣ ΔΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

1.    Τὶ πρέπει νὰ γίνῃ.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 21-10-1923

Μετά το Παρελθόν και το Παρόν, ο Γεώργιος Σώκος καταθέτει σκέψεις και προτάσεις για το μέλλον του τόπου του.

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Γεώργιος Σώκος ξεδιπλώνει τις σκέψεις του για το μέλλον του Αιτωλικού, μετά την παρακμή στην οποία περιέπεσε το νησάκι εξαιτίας των πολέμων και της γενικότερης κατάστασης που επικράτησε στη χώρα μας τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Οι σκέψεις μάλιστα που καταθέτει στις επόμενες σελίδες, όπως διατείνει ο ίδιος, δεν είναι κοστοβόρες, είναι εύκολο να πραγματοποιηθούν και σε καμία περίπτωση, δηλώνει ευθαρσώς, δεν αποτελούν «φαντασιοπληξίαι».

Το πρώτο μέλημα, θα πρέπει να είναι η πνευματική ανάπτυξη των παιδιών και το μέσο για να επιτευχθεί αυτό είναι η καλή γνώση της ιστορίας του τόπου. Επιπλέον, πρέπει να μάθουν ότι το κλίμα του Αιτωλικού είναι υγιεινό, ενώ επιπλέον διαθέτει και εξαιρετικό εξαγωγικό εμπόριο, σε ψάρια, πορτοκάλια, λάδι, κρασί και σταφίδα, ενώ επίσης παράγει καρπούζια, πεπόνια, κίτρα και καπνά.

Ένα ακόμη πλεονέκτημα του Αιτωλικού, συνιστά η γεωγραφική του θέση, που καθιστά το λιμάνι του, κόμβο για ολόκληρη την Αιτωλοακαρνανία, σε συνδυασμό με το οδικό δίκτυο.

Αυτά είναι που πρέπει να αρχίσουν να μαθαίνουν τα μικρά Αιτωλικιωτόπουλα, και προκαλεί μάλιστα τους γονείς των παιδιών να σκίσουν τα άχρηστα βιβλία και να πιέσουν τους επιθεωρητές και δασκάλους να διδάσκουν στα παιδιά την τοπική ιστορία.

«Ἡ ἐν Ἱμέρᾳ μάχη καὶ τὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς δὲν ἔχουν γιὰ τὰ παιδιὰ αὐτὰ τὴν ἀξίαν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον ποὺ ἔχει ἡ πολιορκία τοῦ Ἀνατολικοῦ, τὸ θαῦμα τῶν Ταξιαρχῶν, ἡ μάχη τοῦ Ντολμᾶ.

Οὔτε ἡ Γιοκαχάμα καὶ αἱ Φιλιππῖναι νῆσοι ἐνδιαφέρουν τὸν μικρὸν Αἰτωλικιώτην ὅσον τὸν ἐνδιαφέρουν ἡ γεωγραφία τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, αἱ συγκοινωνίαι της, τὰ προϊόντα της.»

2.  Ἐξυγίανσις. & 3. Ἐξωραϊσμός.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 01-11-1923 & «Στερεὰ Ἑλλάς», 11-11-1923

Παράλληλα όμως, πρέπει να υλοποιηθούν και δράσεις εξυγίανσης της πόλης: Αποξήρανση των ελών, κατασκευή υπονόμων, επιχωμάτωση των οικοπέδων που βρίσκονται χαμηλότερα της στάθμης των υδάτων και συγκεντρώνουν στάσιμα νερά, μέριμνα για τα ισόγεια σπιτιών που επίσης παρουσιάζουν το ίδιο φαινόμενο, συστηματική καθαριότητα της πόλης, επιδιορθώσεις δρόμων, δενδροφυτεύσεις, ηλεκτροφωτισμός, ρυμοτομία, επισκευή του Δημαρχείου, ανέγερση ενός θεάτρου, εξωραϊσμός των δύο πλατειών και διάφορα άλλα που θα σε κάνουν να αναρωτηθείς εάν διαβάζεις μια λίστα τοπικών αιτημάτων που μετρά ήδη 100 χρόνια ζωής ή αν πρόκειται για τις ίδιες απαντήσεις που θα έδινε στο ερώτημα «Τι θέλετε να αλλάξει στην περιοχή σας» ένας σημερινός κάτοικος του Αιτωλικού!

4.  Ἐμπόριον.

«Στερεὰ Ἑλλάς», 12-11-1923

Το κεφάλαιο συνεχίζει με σκέψεις για το Εμπόριο, το οποίο φαίνεται ότι τα χρόνια εκείνα βιώνει περίοδο ύφεσης, ενώ στο παρελθόν, τουλάχιστον το Εισαγωγικό, βρισκόταν δεύτερο στο νομό μετά του Αγρινίου. Γνώμη του συγγραφέα είναι ότι το Αιτωλικό μπορεί να μετατραπεί ξανά σε σημαντικό εμπορικό κέντρο, αξιοποιώντας την προσβασιμότητα που προσφέρει.

Όσον δεν αφορά το Εξαγωγικό εμπόριο, αυτό εξακολουθεί να ακμάζει, χάρη στα άφθονα και εκλεκτά προϊόντα που παράγονται στην ευρύτερη περιοχή, ωστόσο κι εδώ υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης: διαφημιστικές εκστρατείες για να γίνουν γνωστά σε όλη την Ελλάδα, επιστημονική καλλιέργεια των ιχθυοτροφείων, πρόσκληση ξένων ειδικών για τη δημιουργία βιομηχανίας παστών, ανάπτυξη των τοπικών οίνων ως είδος πολυτελείας και προώθησή τους σε Ελλάδα και εξωτερικό, ενώ κάτι παρόμοιο μπορεί να γίνει και για το λάδι. Επίσης, δημιουργία βιομηχανίας καπνού, «ὅπως γίνεται καὶ στὸ Ἀγρίνιον».

Τέλος, όσον αφορά το διαμετακομιστικό εμπόριο, ο Γεώργιος Σώκος προτρέπει τους συντοπίτες του να βιαστούν και να φτιάξουν τάχιστα το λιμάνι του Αιτωλικού διότι «ἂν γίνῃ ὁ λιμὴν Μεσολογγίου, τὸ ἐμπόριον τοῦτο θὰ φύγῃ ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Αἰτωλικιωτῶν.»

5.   Ἐπίλογος.

 «Στερεὰ Ἑλλάς», 25-11-1923

Το κεφάλαιο αυτό ολοκληρώνεται με μερικές τελευταίες σκέψεις και ιδέες, σχετικά με τις «ιστορικές υποχρεώσεις» που έχουν κληροδοτήσει στους σύγχρονους Αιτωλικιώτες οι πρόγονοί τους:

Εξωραϊσμός του Ντολμά και κατασκευή προτομής του Λιακατά, ανοικοδόμηση του ιστορικού Ναού των Ταξιαρχών και κατασκευή προτομής του Παπα-Οικονόμου, ανέγερση επί του λιμανιού προτομής του Άγγλου Φιλέλληνα Άστιγξ (Σ.Σ.: Φέτος τιμήθηκε σε εκδήλωση του Δήμου Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου επ’ αφορμή των εορτασμών της Διακοσιοστής Επετείου της Εξόδου), καθορισμός τοπικής εορτής.

Προς τούτο μάλιστα, προτείνει τις παρακάτω ημερομηνίες:

    3η Ιουνίου (1821: υψώθηκε η σημαία της Επανάστασης)

    21η Νοεμβρίου (1823: το θαύμα των Ταξιαρχών)

    13η Μαρτίου (1826: Μάχη του Ντολμά)

    15η Μαΐου (1828: απελευθέρωση της πόλης)

Με την καθιέρωση μιας τέτοιας επετείου ως τοπικής γιορτής, ένα ενδεικτικό πρόγραμμα θα μπορούσε να περιλαμβάνει: Δοξολογία στον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών, Επιμνημόσυνη δέηση στον Ντολμά, λεμβοδρομία, λαμπαδηφορία.

Καθότι μάλιστα περίπου δυόμιση χρόνια μετά τη δημοσίευση του άρθρου (Σ.Σ.: 25 Νοεμβρίου 1923) θα είναι η Εκατοστή επέτειος της μάχης του Ντολμά, ο Γεώργιος Σώκος συνιστά να αρχίσουν άμεσα οι αρμόδιοι να εργάζονται για τον μεγαλοπρεπή εορτασμό που θα πρέπει να πραγματοποιηθεί.

Η σύγκριση με τη σημασία που είχαν για ολόκληρο το Δήμο οι φετινοί εορτασμοί της Διακοσιοστής Επετείου της Εξόδου των Ελεύθερων Πολικορκημένων είναι αναπόφευκτη,

 Δ΄ ΑΛΛΑ ΑΡΘΡΑ

Τα άρθρα του Γεωργίου Σώκου συμπληρώνονται με μερικά ακόμη κείμενα για το Αιτωλικό.

Με την παραπάνω προτροπή, ολοκληρώνονται τα άρθρα του Γεωργίου Σώκου και ξεκινά το τέταρτο μέρος του βιβλίου, στο οποίο περιέχονται άρθρα άλλων προσώπων, πάντα όμως με το Αιτωλικό στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

Ἡ ὀνομασία τοῦ Αἰτωλικοῦ.

Ἀποσπάσματα ἐξ ἄρθρου δηµοσιευθέντος εἰς τὴν «Στερεὰν Ἑλλάδα» τὴν 02-12-1923, του Χρήστου Παλαμά

(Σ.Σ.: Μετά βεβαιότητας πρόκειται για τον αδερφό του Μεσολογγίτη ποιητή Κωστή Παλαμά, ο οποίος διετέλεσε δικηγόρος, νομάρχης και έπαρχος, ενώ επίσης ασχολήθηκε με την ποίηση.

Δείτε σχετικό λήμμα στη Βικιπαίδεια: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%82)

Στο άρθρο του, ο Χρήστος Παλαμάς, αφού παινέψει τα κείμενα του Σώκου και την προσπάθειά του να αναδείξει την ιδιαίτερη πατρίδα του, καταλήγει να συμφωνήσει μαζί του ότι «Ανατολικόν» ήταν η αρχική ονομασία της πόλης (αν και κάποιες φορές εμφανίζεται και ως «Νατολικό», με παράλειψη ή έκθλιψη του «Α»).

Ο Παλαμάς μάλιστα παρατηρεί ότι ακόμη και σήμερα (Σ.Σ.: το 1923 που γράφεται το άρθρο) οι κάτοικοι της πόλης αρνούνται να το αποκαλέσουν με την «ψευδῆ αὐτὴν ὀνομασίαν» και επιλέγουν να το αποκαλούν «Ἀνατολικό» ή «Ἀντελικὸ» ή και «Ἀγγελικό» ακόμη, φτάνοντας να προτείνει την επίσημη απεύθυνση προς την Πολιτεία της δημοτικής αρχής και του κοινοτικού συμβυλίου, ώστε να αποκατασταθεί το «τὸ ἀληθινὸ καὶ ἱστορικὸν ὄνομά»!

Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν προσεχῶν Δημοτικῶν ἐκλογῶν

Εδώ συναντάμε για πρώτη φορά ένα άρθρο που δεν μιλά για το Αιτωλικό, αλλά για το Μεσολόγγι. Γραμμένο από τον Γεώργιο Σώκο, με αφορμή την υποψηφιότητα του Χρήστου Ευαγγελάτου, ο οποίος είναι «τὸ ἀγαπημένο παιδὶ τῆς Αἰτωλοακαρνανίας», για Δήμαρχος Μεσολογγίου (Σ.Σ.: Το Μεσολόγγι θα λάβει για πρώτη φορά την ιδιαίτερη ονομασίας «Ιερά Πόλις» το 1937, κατόπιν ενεργειών του και την κατάθεση τεκμηριωμένης πρότασης. Βλέπε ΒΔ 22-4-1937, ΦΕΚ 153, τ. Α΄).
 
 

Το Βασιλικό Διάταγμα του 1937 με το οποίο το Μεσολόγγι ανακηρύσσεται «Ιερά Πόλις» και η Κυριακή των Βαΐων ως εθνική εορτή της πόλης.

Ο Γεώργιος Σώκος περιγράφει μια ζοφερή εικόνα του Μεσολογγίου, ως μιας πόλης παρατημένης, που κανένας τοπικός η πολιτειακός άρχοντας δεν φάνηκε αντάξιός της, μετά τον Χαρίλαο Τρικούπη, το οποίο έχει περιέλθει σε τέτοια άθλια κατάσταση που ακόμη και η Μεραρχία έχει φύγει από την πόλη, με αποτέλεσμα αυτή να νεκρωθεί από ζωή.

Αν μη τι άλλο, διαπιστώνουμε ότι το τοπικό αίτημα για παρουσία του Στρατοπέδου στο Μεσολόγγι, είναι σταθερό, εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα!

Η «ἀθλιότητα» και η «ἐγκληματικὴ ἐγκατάλειψι» δεν αρμόζουν στο Μεσολόγγι και ο Χρήστος Ευαγγελάτος, με όπλο του την «θετική, ἡ ἐνθουσιώδης, ἡ ἀποτελεσματική, ἡ ἀνιδιοτελής, ἡ σιωπηρὰ ἐργασία», «ποὺ ἔγινε δικηγόρος, ποὺ ἔγινε θεολόγος, ποὺ ἔγινε δημοσιογράφος, ποὺ ἔβγαλε κι ἐφημερίδα ἀκόμα, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ μ᾿ αὐτὰ μόνον καὶ μόνον τὸ Μεσολόγγι καὶ τὴν Αἰτωλοακαρνανία», φαντάζει ως ο ιδανικός υποψήφιος.

Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα των γραφόμενων του Γεωργίου Σώκου, που μας αποκαλύπτει όχι μόνο τη δράση, αλλά και τον χαρακτήρα του ανθρώπου που θα έμελλε να συνδέσει ανεξίτηλα το όνομά του με τον τίτλο «Ιερά Πόλις» που απονεμήθηκε επί των ημερών του στο Μεσολόγγι:

«Γράφει, ξεφυλλίζει ὅλες τὶς βιβλιοθῆκες γιὰ νὰ ζωντανέψῃ τὴν ἱστορία τοῦ Μεσολογγίου, τρέχει, ἐνεργεῖ, ἱδρύει τὸν Σύλλογον τῶν Αἰτωλοακαρνάνων, διοργανώνει τὰς ἑορτὰς τῆς Ἐξόδου στὰς 21, 22 καὶ 23, ποὺ ἐκινδύνευαν νὰ μὴ γίνουν, μαζεύει ἐράνους, στήνει ἀνδριάντας καὶ στήλας, ἀγοράζει καὶ ἐξωραΐζει ἱστορικοὺς χώρους, συντρέχει τὸν Ἐμπορικὸ Σύλλογο, φωνάζει γιὰ τὸ νεκροταφεῖο, γιὰ τὶς φυλακές, γιὰ τοὺς στρατῶνας, γιὰ τὸν λιμένα, γιὰ τὸν φωτισμό, γιὰ τὴν καθαριότητα, γιὰ τὰ χάλια τοῦ Σ.Β.Δ.Ε., γιὰ τὸ ὑπόστεγο τοῦ Κρυονερίου, γιὰ τὰ ἰχθυοτροφεῖα, γιὰ τὴν αὔξησι τῶν ἐσόδων τοῦ Δήμου, γιὰ τὴν ἵδρυσι Ταμείου ἐξυγιάνσεως καὶ γιὰ τόσα ἄλλα, ποὺ δὲν ἔχω πρόχειρα στὴ μνήμη μου.

Φωνάζει καὶ ἐνεργεῖ. Ἐνεργεῖ καὶ ἐπιτυγχάνει τὰ περισσότερα ἀπ᾿ αὐτά.

Εἶναι στὴν Ἀθήνα καὶ ἡ ψυχή του βρίσκεται στὸ Μεσολόγγι.

Εἶναι στὸ Μεσολόγγι καὶ ἡ ψυχή του στὴν Ἀθήνα.»

Ευαγγελάτο λοιπόν «δαγκωτό» μας προτείνει ο συγγραφέας, γιατί, στην τελική, «Ποιὸς ξέρει: Μπορεῖ ἀπὸ κεῖ ποὺ δὲν τὸ περιμένετε, νὰ ἰδῆτε ὅσα δὲν εἴδατε κι ἀπὸ τὸν Τρικούπη ἀκόμα.»

(Σ.Σ.: Ο Χρήστος Ευαγγελάτος θα διατελέσει Δήμαρχος Μεσολογγίου για περισσότερα από 30 χρόνια συνολικά. Περισσότερες πληροφορίες στη Βικιπαίδεια: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82)

Νεκρολογίαι

Ακολουθούν δύο νεκρολογίες για τον Γεώργιο Σώκο, καθώς και μία Ἐπιμνημόσυνος προσλαλιὰ.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Γεώργιος Σώκος, πέθανε σχετικά νέος, στα 45 έτη του. Το κεφάλαιο αυτό, περιλαμβάνει δύο επιλεγμένες νεκρολογίες που γράφηκαν για εκείνον, του Νικολάου Ι. Σπυρόπουλου, Ιατρού – Υφηγητή Πανεπιστημίου, και του περιοδικού «Στρατιωτικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία».

Ἐπιμνημόσυνος προσλαλιὰ

Περιλαμβάνεται επίσης και το παρακάτω κείμενο, του Βλιάμου Νικολαίδη, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο χάριν της πληρότητας που το διακρίνει, αφού μας παρουσιάζει όχι μόνο τα βιογραφικά χαρακτηριστικά του Γεωργίου Σώκου αλλά και μια πραγματική προσωπογραφία του:

«Ἐγεννήθη ἐν Αἰτωλικῷ τὴν 5ην Νοεμβρίου τοῦ 1892. Μετὰ τὰς πρώτας αὐτοῦ ἐγκυκλοπαιδικὰς σπουδάς, ἐφοίτησεν εἰς τὴν ἐν Πάτραις Ἐμπορικὴν Σχολήν. Κατὰ τὸ ἔτος 1913 κατετάγη εἰς τὸν Στρατόν, γενόμενος τὸ πρῶτον ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ, κατόπιν δὲ μόνιμος ἀξιωματικὸς τῆς Διαχειρίσεως καὶ κατὰ τὸ 1918 Λοχαγὸς τοῦ Ἐλέγχου. Ὑπηρέτησε διαδοχικῶς ὡς τμηματάρχης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὡς Διευθυντὴς τοῦ Ἐλέγχου Φρουρᾶς Βάσεως Σμύρνης. Κατόπιν ἐχρημάτισε Διευθυντὴς τοῦ Ἐλέγχου τῆς Φρουρᾶς Ἀθηνῶν, Διευθυντὴς ἐν τῷ Μετοχικῷ Ταμείῳ τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ, κατὰ τὸ ἔτος δὲ 1924 μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἕλλην. Στρατιωτικῆς Ἑνώσεως.

Αὕτη, ἐν ἄκρᾳ συντομίᾳ, ὑπῆρξεν ἡ ἐπαγγελματικὴ σταδιοδρομία τοῦ Γεωργίου Σώκου, διαλαμβανομένη νῦν εἰς στενώτατα ὅρια, ἀλλ᾽ ὅμως πόσας ἐγκλείουσα προσπαθείας καὶ μόχθους, δρᾶσιν ἐν γένει ἑνὸς ἀνθρώπου πολυτρόπου, δραστηρίου, τιμίου, εὐφυεστάτου, ἐμπνευσμένου καὶ εὐφραδοῦς, τοῦ ἀειμνήστου ἡμῶν ἀδελφοῦ Γεωργίου Σώκου, τὴν ποιοτικὴν καὶ ποσοτικὴν ἀνωτερότητα τῆς ὁποίας ἐξετίμησαν ὡς ἔδει οἱ κατὰ καιροὺς συνεργάται αὐτοῦ. Τὰ περιοδικὰ τῆς ἐποχῆς του γέμουσι περιγραφῶν διὰ τὰ ἔργα του καὶ αἱ ἐπὶ τῷ θανάτῳ του νεκρολογίαι ἔφερον εἰς φῶς ἀγνώστους λεπτομερείας τοῦ ὅλου ἔργου του τετελειωμένου, πλήρους, πραγματικὰ θαυμαστοῦ.

Ὁ Γεώργιος Σῶκος, διὰ τῆς ἀναμφισβητήτου ἀξίας του, ἀνῆλθε γοργῷ τῷ βήματι τὰς βαθμίδας τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας καὶ ἡ διάβασίς του ἀφῆκε παντοῦ σημάδια φωτεινά. Ὡς Διευθυντὴς τοῦ Ἐλέγχου Στρατιᾶς Μικρᾶς Ἀσίας, μιᾶς μεγάλης καὶ πολυπλόκου, κατὰ τοὺς τότε μάλιστα καιρούς, ὑπηρεσίας, ἔδειξεν ὅλον τὸ μέγεθος τῆς πρωτοβουλίας του καὶ τὴν ἐπάρκειάν του, βραδύτερον δὲ καὶ ἐν τῇ Κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀφῆκε νὰ διαλάμψῃ ἡ ἀνωτέρα μόρφωσις καὶ διανόησίς του.

Ἀλλὰ τὸ ἐπιστέγασμα τῆς ὅλης ἐπαγγελματικῆς δράσεώς του ὑπῆρξεν ἦν ὑπὸ τὴν θερμουργὸν πνοήν του ἔναρξις καὶ ἀποπεράτωσις τῆς Μεγάλης Στρατιωτικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας, ἔργου ἀνεκτιμήτου, ἡ ἔκδοσις τοῦ ὁποίου ἐπλήρωσε μέγα κενόν, ἐπέσυρε τὸν θαυμασμὸν καὶ τὰς εὐφήμους κρίσεις τῶν εἰδικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν προσωπικοτήτων, χαρακτηρισθὲν ὡς γεγονὸς ἀρρήκτως συνδεδεμένον μὲ τὴν ἁδρὰν εἰς διανοητικὰ χαρίσματα μορφὴν τοῦ Γ. Σώκου.

Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν ὁ ἀείμνηστος ἡμῶν ἀδελφὸς στρατιώτης μόνον καὶ συγγραφεύς. Ὑπῆρξε πρὸ παντὸς ἄνθρωπος κοινωνικός, ἐλαυνόμενος ἀείποτε ἐκ τῆς πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπης καὶ τῆς ὠφελείας τοῦ συνόλου, ποὺ ὀνομάζεται κοινωνία, κόσμος. Ὑπῆρξε κοσμοπολίτης, στρατιώτης μαζὶ καὶ εἰρηνιστής, συμβιβάζων τὰ πάντα μὲ ἄφθαστον ἁρμονίαν εἰς τὴν ψυχήν του. Ὑπῆρξεν ἰδεολόγος, ἀληθὴς ἀπόστολος τῶν ὑψηλῶν ἰδεωδῶν, εἰς ἔμπρακτον ἐφαρμογὴν τῶν ὁποίων ἀνεζήτει, ἀνεύρισκε καὶ συνεκέντρου ὁλόγυρά του συνεργάτας -ὁμοιώματά του- ἐπιλέκτους καὶ ἐνθουσιώδεις ὡς αὐτός, μὲ τὴν συνεργασίαν τῶν ὁποίων τοσαῦτα ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ πατρίδι, τῷ Αἰτωλικῷ, ἐν Σμύρνῃ καὶ Ἀθήναις ἐπετέλεσεν.

Ὑπῆρξε καὶ ἐκλεκτὸς λογοτέχνης, θεατρικὸς συγγραφεύς. Ἡ διάνοιά του μὲ δύναμιν ἐξεδηλώθη καὶ πρὸς τὴν ἐπικράτειαν τῆς τέχνης, τὰ δὲ δύο του θεατρικὰ ἔργα, «Ἡ διεφθαρμένη» καὶ «Ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις», ἐγνώρισαν τὸν θρίαμβον τῆς σκηνῆς, τὸν θρίαμβον τῆς ἀρετῆς ἀνακυπτούσης ὡς τὸ ἄνθος ἐκ τῆς σαπρίας, τῆς ἀρετῆς ποὺ ἐδικαίωσε τόσον ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, τῆς μιᾶς ἀρετῆς, τὴν ὁποίαν ὑφ᾽ ὅλας της τὰς μορφὰς καὶ τὰς ἐκδηλώσεις ὑπερηγάπησεν ὁ ἀείμνηστος ἡμῶν ἀδελφός.

 Ἀλλὰ ὡς τοιοῦτος ἔφερεν ἐγκεχαραγμένην ἐπ᾽ αὐτοῦ τὴν σφραγῖδα καὶ τὰ πνευματικὰ διάσημα τοῦ χρηστοῦ καὶ δεδοκιμασμένου ἀδελφοῦ. Καὶ ἀληθῶς, κατὰ πάντα παράλληλος καὶ ἀνταξία πρὸς τὴν κοινωνικὴν δρᾶσιν τοῦ Γεωργίου Σώκου ὑπῆρξε καὶ ἡ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συλλόγῳ «Ἀδελφοποίησις» σταδιοδρομία του, εἰς ὃν ἐνεγράφη τὴν 13ην Μαρτίου 1924 καὶ ταχέως ἀνῆλθεν εἰς τὰ ἀξιώματα τοῦ Ρήτορος, τοῦ Ἀντιπροέδρου καὶ τῷ 1928 εἰς τῷ τοῦ Προέδρου, διατελέσας ὡς τοιοῦτος μέχρι τοῦ 1935. Ἐν τέλει ἀνεκηρύχθη ἐπίτιμος Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου, ἕνεκα τῶν πολλῶν καὶ πολυτίμων πρὸς αὐτὸν ὑπηρεσιῶν του.

Οἱ θόλοι τῆς αἰθούσης ἀντηχοῦσιν ἀκόμη ἀπὸ τοὺς ὑψηλοὺς καὶ βαθυστοχάστους λόγους τοῦ ἀειμνήστου Προέδρου μας. Καθήμενος ἐπὶ τῆς ἕδρας διδάσκει καὶ παραινεῖ. Ἐκπροσωπεῖ τὴν γνῶσιν, τὴν σύνεσιν καὶ ἀποπνέει τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὰ ἀνθρώπινα καὶ τὰ χριστιανικὰ ἰδεώδη, ἐνσαρκώνει τὴν πίστιν πρὸς τὴν ἀθανασίαν τῆς ψυχῆς, γνωρίζει τὴν πρὸς αὐτὴν ἄγουσαν ἀτραπόν, τὸν ἀγῶνα, τὴν θυσίαν καὶ τὸ ποτήριον τοῦ πόνου, γνωρίζει τὴν φύσιν τοῦ ἱπποτικοῦ θανάτου, μὲ τὸν ὁποῖον διαξιφίζεται, παίζει καὶ πειραματίζεται τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἐπώδυνα ἔτη τοῦ βίου του, πιστεύει ἐναλλὰξ πὼς τὸν ζῆ, πιστεύει πὼς εἶναι ἀθάνατος, τοῦ ἀποδίδει μηδαμινότητά, τὸν ἐξυμνεῖ, τὸν ἐπικαλεῖται καὶ τέλος τὸν περιπτύσσεται εἰς αἰώνιον φίλημα συνδιαλλαγῆς καὶ ἀπέρχεται ἐν εἰρήνῃ, πιστὸς εἰς τὰ καθήκοντά του.

Τὸ μοιραῖον τέλος ἐπῆλθε τὴν 1ην μεταμεσονύκτιον ὥραν τῆς 28ης Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1937. Ἠκούσθη τριγμὸς ἀπαίσιος δρυὸς πιπτούσης καὶ ὁ δοῦπος ἀνήγγειλεν εἰς τὰ πέρατα, ὅτι παλαιὸς καὶ δεδοκιμασμένος ἀδελφός, ὁ ἐπίτιμος Πρόεδρος ἡμῶν, ὁ ἐπὶ ἑπταετίαν ὅλην ὁδηγήσας τὴν «Ἀδελφοποίησιν» εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ καλοῦ, ἔπαυσε πλέον νὰ ὑφίσταται μεταξύ μας ὡς ἐπίγειος μορφὴ καὶ ὡς ἐκδήλωσίς της, ἀφοῦ πρῶτον ἐπὶ τετραετίαν ὁλόκληρον, κρατερῶς καὶ μὲ πάσας τὰς ἠθικὰς αὐτοῦ δυνάμεις σφυγμομετρούσας ἀσφαλῶς καὶ τὴν σωματικὴν ἀντοχήν του, ἠγωνίσθη κατὰ τοῦ κατατρύχοντος αὐτὸν σωματικοῦ κακοῦ.

Ἡ ἠρεμία καὶ ἡ ψυχικὴ πρὸ τοῦ ἀμειλίκτου πεπρωμένου γαλήνη, ποὺ προϋποθέτει διάνοιαν πεφωτισμένην, συνείδησιν καθαράν, ἐκτάκτους πεποιθήσεις καὶ πτερωτὰς ἐλπίδας, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πρὸ παντὸς δοκιμάζει, ὡς ἡ λυδία λίθος, τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸν διακρίνει ἀπὸ τὸ πλῆθος. Τοῦτο διέκρινε τοὺς διδασκάλους ἡμῶν καὶ τοῦτο διέκρινε καὶ τώρα τὸν Πρόεδρον τῆς «Ἀδελφοποιήσεως», τὸν ἀείμνηστον ἡμῶν ἀδελφὸν Γεώργιον, ὅστις συνῃσθάνετο καὶ ἐσκέπτετο ὡς εἰς ἐξ αὐτῶν, καὶ ὅταν, μέχρι καὶ τῶν τελευταίων του στιγμῶν, μᾶς ἠρώτα διὰ τὴν «Ἀδελφοποίησιν», ἐπηκολούθει συναφῶς, ὡς ἐν τῇ σωκρατικῇ εἱρκτή, συζήτησις τῶν κεφαλαιωδῶν θεμάτων τῆς διδασκαλίας τοῦ Συλλόγου ἡμῶν, τῆς ἀνθρωπίνης εὐτυχίας καὶ τοῦ πόνου, τῆς εἱμαρμένης, τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, διὰ τῶν ὁποίων παρηγορεῖτο, ἀνελάμβανε δυνάμεις, θάρρος καὶ ἡτοιμάζετο. Ἦτο συζήτησις, ἥτις προσελάμβανε τὸ κῦρος τῶν πλησιαζόντων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ μεταίχμιον τῶν δύο ἀβύσσων ὁραματίζονται τὴν μεγάλην ἀλήθειαν, ὅπως τὸν ὁραματίζεται καὶ ὁ μυστικὸς Μαίτερλιγκ εἰς τὰ τόσα ἔργα του καὶ τὸ τελευταῖον μὲ τὸν τίτλον: «Πρὸ τοῦ Θεοῦ», μέσα εἰς τὸ ὁποῖον λέγει; «Εἶναι ἀδικαιολόγητος ὁ φόβος μας διὰ τὸν θάνατον, ὡς εἶναι καὶ ὁ φόβος μας ἐνώπιον ἑνὸς Θεοῦ ἀδυσωπήτου. Μία γλυκύτης διέπει τὴν μετάβασιν ἀπὸ τῆς ζωῆς εἰς τὸν θάνατον, ἀπὸ τῆς ἐγέρσεως εἰς τὸν ὕπνον. Τὸ σφάλμα, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου παραπαίομεν, εἶναι ἡ λήθη. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιμένομεν νὰ συζητῶμεν, τί εἶναι τέλος αὐτὸς ὁ θάνατος, τοῦ ὁποίου ἡ φρικτὴ εἰκὼν τρομοκρατεῖ τὰ ἀνθρώπινα πλήθη καὶ δηλητηριάζει τὴν ζωήν των; Ὁ θάνατος δὲν ὑφίσταται, διότι εἶναι καὶ αὐτὸς ἀθάνατος. Ὁ ἄνθρωπος θνήσκων νομίζει ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὴν ἀνυπαρξίαν, διότι ἀγνοεῖ ὅτι τὸ μηδὲν εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔζησεν, καὶ ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἀποκαλοῦμεν θάνατον εἶναι ἡ ζωή, τὴν ὁποίαν δὲν ἐννοοῦμεν ἀκόμη».

Τοιοῦτοι ἦσαν οἱ τελευταῖοι στοχασμοὶ τοῦ ἐν εἰρήνῃ μεταστάντος εἰς τὴν αἰωνίαν ζωὴν ἀδελφοῦ ἡμῶν Γεωργίου καὶ ἡ μοιραία ἀλλαγὴ ἐπῆλθεν ἄνευ σωματικοῦ πόνου καὶ χωρὶς πικρίαν. Μὲ εἰρήνην ἐν τῇ ψυχῇ καὶ σταθερότητα καλεῖ τὸν λειτουργὸν τοῦ ὑψίστου νὰ τὸν ἑνώσῃ διὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Μεταλήψεως μετὰ τοῦ θείου Κόσμου. Οὐδεμία βιαιότης, οὐδεὶς ἀγών ἡ θύελλα τῆς ἐπαράτου νόσου κατανικᾶται, οἱ πόνοι σιγοῦν πρὸ τῆς γενναίας ψυχῆς. Οὕτω δικαιοῦται εἰς τὰ ὄμματα πάντων τῶν ἀδελφῶν ὁ ἐνάρετος Πρόεδρος τῆς «Ἀδελφοποιήσεως».

Ἡ ἀπέλευσίς του ἤνοιξεν εἰς τὴν οἰκογένειαν, τὰς ἐργασίας του, τὸν κύκλον τῶν συνεργατῶν, τῶν γνωρίμων καὶ φίλων του μέγιστον κενόν. Καὶ ἡ «Ἀδελφοποίησις» ἀπώλεσεν ἄξιον ἀδελφόν, ἀλλ᾽ ἡ ὀδύνη της καταπραΰνεται εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι τὸν ἐκέρδησεν ὁ Οὐρανός. Ἀδελφοί μου, ὁ πόνος μας διὰ τὴν ἀπώλειαν τοιούτου ἀδελφοῦ ἂς γίνῃ δημιουργικός, ἂς γίνῃ κόγχη. ὅπου θὰ γεννηθῇ ἡ ἐλπίς, καὶ ὁρίζων, ὅπου θὰ λάμψῃ τὸ φῶς. Τὸ δάκρυ μας ἂς γίνῃ μαργαριτάρι, προσφορὰ στὴ γλυκειὰ καὶ σιωπηλὴ ὕπαρξι τοῦ ἀγαπημένου μας Γιώργου. Ἂς γίνῃ δάκρυ ὡραίας προσδοκίας διὰ τὴ συνάντησι, δάκρυ κοινωνίας μαζί του.

Ἀδελφὲ Γεώργιε, τώρα ποὺ ἀνεβήκαμε ψηλότερα, οἱ ψυχές μας ἀνταπεκρίθησαν στὴ σιωπή σου, ποὺ τραγουδεῖ τὸ ἆσμα τῆς θείας αἰωνιότητος, καὶ τὸ πνεῦμα σου ὀρθρίζει ἐν οὐρανοῖς.»

Η τόσο πλούσια σε περιεχόμενο έκδοση είναι τυπογραφικά απέριττη. Ως οπισθόφυλλο διαθέτει απλώς μια λευκή σελίδα, όπου διακρίνεται ακόμη και η μεταλλική συρραφή της βιβλιοδεσίας

 

Παράρτημα

Ιστορικά κειμήλια τῆς ΠΑΝΑΓΙΑΣ Αἰτωλικου

* Ἡ κατωτέρω μελέτη εἶναι τὸ κείμενον τὸ περιλαμβανόμενον εἰς τὸ ὑπὸ τὸν αὐτὸν τίτλον ἐκδοθὲν τῷ 1927 Λεύκωμα (μετὰ εἰκόνων) καὶ ἀναδημοσιευόμενον ὡς δυσεύρετον *

 


Επ’ αφορμή της έκδοσης αυτής και λόγω της δυσκολίας εύρεσής του, όπως μαρτυρά η αναφορά εντός αστερίσκων, ο τόμος «Αἰτωλικιώτικαι Ἀναμνήσεις» συμπληρώνεται και ολοκληρώνεται με μια ολιγοσέλιδη μελέτη των ιστορικών κειμηλίων που διαθέτει ο ναός της Παναγίας στο Αιτωλικό.

Το κεφάλαιο χωρίζεται σε έξι υποκεφάλαια:

Η “Παναγία”

Στο μικρό, εισαγωγικό κείμενο, περιγράφεται σε αδρές γραμμές ο ναός της Παναγίας («Κοίμησις τῆς Θεοτόκου» ἢ κοινῶς ἡ «Παναγία» στο κείμενο), η οποία βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, ο οποίος, ειδικά κατά την Μεγάλη Παρασκευή, συγκεντρώνει «πλῆθος προσκυνητῶν καὶ ἐξεχόντων ἐπιστημόνων καὶ ἀρχαιολόγων, λόγῳ τῶν μεγίστης θρησκευτικῆς, ἀρχαιολογικῆς καὶ καλλιτεχνικῆς ἀξίας κειμηλίων, ἅτινα περικλείει.»

Περιγραφή του Επιταφίου.

Ο Επιτάφιος του ναού περιγράφεται με ξεχωριστή λεπτομέρεια, καθώς, όπως προσδιορίζει η μελέτη αυτή, η κατασκευή του ανάγεται επί Βυζαντίου, κατά τον 12ο αιώνα. Η λεπτομέρεια του κεντήματός του, τεκμαίρει ότι αυτό έγινε μάλλον από γυναικεία χέρια («ὑπὸ τριῶν παρθένων», κατά την παράδοση), παρά ανδρικά.

Ακολουθεί η αναλυτική περιγραφή του, τονίζοντας την απεικόνιση του Ιησού, όπου καταγράφεται η εμφανής προσπάθεια των δημιουργών του να αναπαραστήσουν στο πρόσωπό του δύο αντιδιαμετρικά αντίθετα συναισθήματα: «τὴν θλίψιν μεμιγμένην μὲ τὴν πεποίθησιν τῆς Νίκης.»

Η σύνεση ολοκληρώνεται με την απεικόνιση της Παναγίας και του Ευαγγελιστή Ιωάννη, ενώ κεντρική θέση κατέχει το σύμβολο της Πίστης, ο Σταυρός.

Και καταλήγει: «Τὸ ὅλον ἔργον εἶναι τόσον καλλιτεχνικῶς ἐξειργασμένον, ἐν τε τῷ συνόλῳ καὶ ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, ὥστε νὰ θεωρῆται οὐχὶ μόνον ἀπὸ ἀρχαιολογικῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ καλλιτεχνικῆς ἀπόψεως ὡς ἔργον μεγίστης καὶ ἀνεκτιμήτου ἀξίας.»

Ἱστορικὸν τοῦ Ἐπιταφίου καὶ τῆς Εἰκόνος τῆς Παναγίας.

Η ιστορία του Επιταφίου, όπως και της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας, είχαν καταγραφεί σε παλαιό χρονικό, το οποίο κατέληξε από τον Αντώνιο Βασιλάκη, ένας από τους πρώτους «σημαίνοντες» κατοίκους του Αιτωλικού, στα χέρια της ιστορικής οικογένειας Γουλιμή, για να χαθεί κατά την περίοδο της Επανάστασης.

Ευτυχώς όμως, διασώθηκε έστω αντίγραφο, το οποίο αναφέρει ότι η ιστορία των εν λόγω κειμηλίων, ξεκινά το 1183. Τότε, επί Αυτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως Ανδρόνικου, ο ανιψιός του Άγγελος Κομνηνός, βρέθηκε καταδιωκόμενος από την Εκκλησία στο Κάρελι, γιατί υφάρπαξε τρία ιερά κειμήλια (Σ.Σ.: Από τα συμφραζόμενα συμπεραίνεται ότι εννοεί το «Κάρλελι» – Γη του Καρόλου, παλιά τουρκική ονομασία της Αιτωλοακαρνανίας, την οποία έλαβε από τους τελευταίους χριστιανούς ηγεμόνες της περιοχής, τους Ιταλούς Κάρολο Τόκο Α’ και τον ανιψιό του Κάρολο Τόκο Β’).

Ο  ιερόσυλος φυγάς αυτοεξορίστηκε στα Άγραφα, όπου κατάφερε μάλιστα να χειροτονηθεί ιερέας, λαμβάνοντας το ιερατικό όνομα «Ιννοκέντιος» (Σ.Σ.: Σημειώνεται ως ιστορικό ανέκδοτο ότι το όνομα προέρχεται από το λατινικό όνομα «Innocentius», το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από τη λατινική λέξη «innocens» που σημαίνει «αθώος, αγνός»!)

Οι ντόπιοι φοβούμενοι ότι θα πέσει επάνω τους η δυσμένεια του Πατριαρχείου, εκδίωξαν τον «αθώο» ιερέα, ο οποίος με τη σειρά του κατέφυγε στο Θέρμο κι από εκεί σε άλλα σπίτια της περιοχής, για να καταλήξει με τα πολλά, και με έναν αφορισμό του Αρχιεπισκόπου Ναυπακτίας να τον ακολουθεί, στο «Ανατολικόν», ένα νησάκι στο οποίο διέμεναν κυρίως ψαράδες τότε, δια μέσω Μακρυνείας.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Αυτοκράτορας πέθανε και οι φίλοι του Άγγελου/Ιννοκέντιου προσπάθησαν να τον αποκαταστήσουν με επιστολές στα μάτια του νέου αυτοκράτορα (Σ.Σ: πιθανότατα του Ισαάκιου Β΄ Άγγελου, ο οποίος κυβέρνησε το Βυζάντιο επί μια δεκαετία, 1185–1195).

Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Άγγελος δώρησε τον Επιτάφιο και δύο εικόνες της Παναγίας, με την εντολή αυτά να παραμείνουν για πάντα στο «Ανατολικό». Η ιστορία των κειμηλίων είναι περιπετειώδης, αφού αυτά με τη σειρά του αφαίρεσε ο Μέγας Σχολάρχης Ιωαννίνων και Έξαρχος Παραμυθίας. Με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς του Μωάμεθ του Β’, το 1453, και αφού πλέον το «Ανατολικό» είχε μετατραπεί σε κανονική πόλη, ο Μέγας Λογοθέτης και ο Άρχων Ποστέλνικος Καλλιάδης, παρουσίασαν στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως επίσημο αίτημα των προυχόντων της πόλης να επιστραφούν τα κειμήλια, εμφανίζοντας μάλιστα και το σχετικό χρυσόβουλο, όπως και τελικά έγινε.

Ὁ Ἐπιτάφιος κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν.

Στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, ο Επιτάφιος βρίσκεται ακόμη επί του ναού της Παναγίας, και χρησιμοποιείται μάλιστα ως «ὁρκιστήριον τῶν πολεμιστῶν.»

Τα ίχνη όμως του Επιταφείου θα χαθούν με την κατάληψη της πόλης το 1826, όταν υπασπιστής του Κιουταχή θα αποπειραθεί να τον χρησιμοποιήσει ως «ἐπίσαγμα» (Σ.Σ.: σαμάρι). Η ιεροσυλία αυτή όμως δεν θα μείνει ατιμώρητη, καθώς σύμφωνα με την παράδοση, αμέσως μόλις ανέβηκε επάνω έπεσε από το άλογό του με αποτέλεσμα να σκοτωθεί αμέσως.

Με την απελευθέρωση της πόλης, οι πρόκριτοι του Αιτωλικού θα προσπαθήσουν να εντοπίσουν τα ίχνη του Επιταφίου, κάτι το οποίο τελικά θα καταφέρουν. Ένας έμπιστος του Μπεκήρ, Τούρκος από την Πρέβεζα, τον έχει στην κατοχή του και θα δεχθεί να τον πουλήσει στους πραγματικούς κατόχους του. Έκτοτε, ο Επιτάφιος θα παραμείνει στο Αιτωλικό.

Τὸ προσκύνημα.

Ο Επιτάφιος αποτελεί διαχρονικά προσκύνημα για χιλιάδες προσκυνητές, ιδιαιτέρως κατά την Μεγάλη Παρασκευή, με το κείμενο να μνημονεύει τον Λόρδο Βύρωνα, τον Μαυροκορδάτο, τον Νέγρη και τον Κωνσταντίνο Καραπάνο, για τον οποίο μάλιστα αναφέρεται ότι εξέφρασε τον θαυμασμό του για την σπάνια τέχνη του ιερού αυτού κειμηλίου.

Ἡ θαυματουργὸς εἰκὼν τῆς Παναγίας.

Το έτερο κειμήλιο-δώρο του Άγγελου Κομνηνού προς το Αιτωλικό, είναι η Εικόνα της Παναγίας, η οποία λέγεται ότι είναι έργο του Αποστόλου Λουκά, και η οποία έχει επενδυθεί με χρυσό, «ὑπὸ εὐλαβῶν χριστιανῶν, ἀπειράριθμα δὲ εἶναι τὰ ἀναθήματα…»

Το βιβλίο «Αἰτωλικιώτικαι Ἀναμνήσεις» του Γεωργίου Ι. Σώκου είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο του Ιδρυματικού Καταθετηρίου του Τ.Ε.Ι. Δυτικής Ελλάδας, στο σύνδεσμο: http://repository.library.teiwest.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/2171/02758.pdf,

καθώς και στον ιστότοπο της Κοινότητας Πενταλόφου Δήμου Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου, στο σύνδεσμο: https://www.pentalofo.gr/istorika/biblia/%CE%91%CE%B9%CF%84%CF%89%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.pdf

Και οι δύο ιστότοποι ήταν προσβάσιμοι κατά την ολοκλήρωση της συγγραφής αυτού του άρθρου, στις 11 Ιουνίου 2026.

Ευχαριστώ θερμά τη συνάδελφο Κ.Δ. για την ευγενική παραχώρηση του βιβλίου.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα χωριά του Βάλτου πριν 500 χρόνια

Ο Αγρινιώτης γλύπτης των Ηρώων του 1821

Σκοποβολή στα 500 & 400 μέτρα στο Σκοπευτήριο Αγριλιάς στο Μεσολόγγι