Ο χτίστης Νίκος Κολοκύθας από τα Τζουμέρκα στην Γέφυρα Βέργας

 Ο χτίστης Νίκος Κολοκύθας από τα Τζουμέρκα 

στην Γέφυρα Βέργας

Κείμενο και φωτογραφίες Απόστολος Κων. Καρακώστας

 

Για την γέφυρα Βέργας η κυρίαρχη ερώτηση στα χείλη όλων είναι το πότε κτίστηκε. Από τις διηγήσεις των προγόνων μου υπολογίζω για πολύ πριν το 1700 μ.Χ. Αν η πέτρα που χάθηκε από την καμάρα έγραφε 1600 ή κάποια άλλη χρονιά μεταγενέστερη δεν μπορούμε να ξέρομε στα σίγουρα. Συνήθως στις διηγήσεις γίνεται στρογγυλοποίηση σε νούμερα. Κάλλιστα θα μπορούσε να γράφει 1620 και να έμεινε το χίλια εξακόσια στις ιστορίες.

Υπάρχει όμως ένα στοιχείο που εγώ το πιστεύω σαν σωστό. Στην δεκαετία του πενήντα (1950) όλοι λέγανε ότι η γέφυρα είναι τριακοσίων χρόνων. Μεταξύ αυτών και άνθρωποι που γνώριζαν από χτίσιμο γεφυριών όπως ο μάστορας Νικόλαος Κολοκύθας από το Βουλγαρέλι της Άρτας.

Έμεινε εδώ στην Βέργα το 1956-57-58 και έκτισε πολλά σπίτια στην περιοχή. Το πρώτο ήταν του Αλέξη Τσίρου. Η Μαρία, κόρη του μπάρπα-Αλέξη, κουβάλησε «ζαλίγκα» όλες τις πέτρινες πλάκες για την σκεπή από την μέση της ράχης του Αετού, απόσταση 500 μέτρα. Δεύτερο σπίτι έχτισε του Δήμου Τσιόλκα και του Βάπτισε και την κόρη του με το άγνωστο στην περιοχή όνομα «Φεβρωνία». Ο Παπάς της Πετρώνας δεν το ήξερε το όνομα και έστειλε γράμμα στον Δεσπότη στο Μεσολόγγι και εκείνος απάντησε: «Ναι, να γίνει η Βάπτιση με το Χριστιανικό όνομα Φεβρωνία και να την γιορτάζουν οι γονείς της κανονικά.» (25η Ιουνίου). Επόμενα σπίτια που έχτισε ήταν τρία-τέσσερα στις Βούλτσες και άλλα πολλά στο Βαρκό-Κυπριό-Παντί και Πετρώνα.

Αυτός λοιπόν ο πολύπειρος 60άρης μάστορας μαζί με τον πατέρα μου τον Κώστα Α. Καρακώστα μελετούσαν τις πέτρες του γεφυριού μία-μία στις βάσεις και μιλάγανε για τις τεχνικές που ακολούθησαν οι χτιστάδες της γέφυρας. Μας εξηγούσε πως κατασκευάζανε το μίγμα που χτίζανε τις πέτρες, με τριμμένο κεραμίδι και στουρνάρι, αυγά, ασβέστη και τριμμένη ελαφρόπετρα. Ακόμη σε ορισμένες κατασκευές ξεραμένα χορτάρια, γιδόμαλο και άλλα υλικά που κρατούσαν μυστικά οι πρωτομάστορες. Το μίγμα το ονόμαζαν «κουρασάνι» λέξη που προέρχονταν από την Τουρκική λέξη Horasan. [i] Σημαντικό στοιχείο ήταν η γνώση των ποσοτήτων που θα «ανακάτευαν» ώστε να πετύχουν το «ατσάλινο» μείγμα που αν και πέρασαν 400 χρόνια δεν έχει διαβρωθεί! Είναι τόσο σκληρό που δεν χαρακώνεται ούτε με μαχαίρι. Από μικρός το έξυνα με τον σουγιά μου για να γράψω τα αρχικά μου και δεν το κατάφερνα!

Ο Νίκος Κολοκύθας είχε δουλέψει από μικρός σε γεφύρια στα Τζουμέρκα και άλλα μέρη και ξεχώριζε τις τεχνικές που ακολουθήθηκαν στις κατασκευές τους. Έλεγε ιστορίες για τους παλιούς μαστόρους, τα ονόματά τους, τα παρατσούκλια τους και τα χωριά καταγωγής τους, σαν να ήταν πρόσφατο γεγονός και σαν να μην είχαν περάσει κάποιοι αιώνες από όταν οι άξιοι Ηπειρώτες μάστορες γεφύρωσαν τα ποτάμια της Ελλάδας και πολλών Βαλκανικών χωρών. Συζητούσαν με τον πατέρα μου τι εργασίες πρέπει να γίνουν ώστε το γεφύρι να «κρατήσει» ακόμα για πολλά χρόνια. Βασικότερο και αναγκαίο να γίνει, λέγανε, ήταν το ξαναχτίσιμο των «φλαχτρών». 

Μέχρι τότε οι «φλάχτρες», (τα παραπέτα) της γέφυρας είχαν γκρεμιστεί από τις καιρικές συνθήκες τριών αιώνων. Τα βαρυφορτωμένα μουλάρια που έρχονταν από κάτω  είχαν μεγάλο πρόβλημα όταν από την καμάρα της γέφυρας κατηφόριζαν προς τον κάμπο της Βέργας. Η γέφυρα είχε μεγάλη κλίση. Τα ζώα πολλές φορές σκόνταφταν στο κατηφορικό μέρος και με βαριά φορτία-το κέντρο βάρος του φορτίου και του σώματος του μουλαριού είναι ψηλά ενάμιση μέτρο-έγερναν απότομα στο πλάι και αφού δεν υπήρχαν πλέον παραπέτα το βάρος του φορτίου παράσερνε το ζώο στον γκρεμό…Οι αγωγιάτες  κατέβαιναν κάτω στο ποτάμι να σώσουν ότι δεν είχε σκορπίσει από το φορτίο, τραβώντας το στην όχθη για να μην το παρασύρουν τα νερά. Μετά έπαιρναν το σαμάρι και τα σχοινιά για να τα χρησιμοποιήσουν σε άλλο μουλάρι. Το δύστυχο ζώο αν δεν είχε σκοτωθεί είχε σίγουρα σπασμένα πόδια, οπότε το αποτελείωναν με μια πιστολιά. Το τραβούσαν στην άκρη από το ποτάμι και το έγδερναν. Το τομάρι το πουλούσαν στον Καρβασαρά μετά από μια βδομάδα που ξαναπήγαιναν κάτω.

Πολλά τέτοια περιστατικά παρακολούθησα μικρός. Το κακό είχε παραγίνει, ο κόσμος φοβούνταν να περάσει καβάλα το γεφύρι. Τις νιφάδες που γαμπροί από τα πλούσια καμπίσια χωριά έρχονταν και τις παίρνανε με τα άλογα,  όταν φθάνανε σε μας τις κατέβαζαν από τα ζώα και τις περνούσαν κρατώντας τες για να μην στραβοπατήσουν και γίνει κάποιο ατύχημα. Το 1959 αποφασίστηκε να δοθεί μια μόνιμη λύση στο πρόβλημα αυτό του γεφυριού. 

Ο Βαλτινός Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας Ανδρέας Νικολάου Στράτος και η αγαπητή σε όλους γυναίκα του Νία, ήρθε στην Βέργα στο σπίτι μας και μίλησε με κατοίκους από την γύρω περιοχή που τους είπαν τα βασικά προβλήματα του τόπου μας. Ήδη ο ίδιος είχε γίνει αποδέχτης εγγράφου αιτήματος των κατοίκων για σχολείο από το 1955-56 και μας έστειλε δάσκαλο στις 20 Απριλίου του 1957. Ο Πατέρας μου έδωσε αφιλοκερδώς ένα δωμάτιο από το μικρό μας σπίτι και ξεκίνησε το Δημοτικό σχολείο της Γέφυρας Βέργας Πετρώνας.

Πρώτος δάσκαλος στην Βέργα ο Θεοχάρης Λιόγκας από το Μενίδι. Ήρθαν 20 παιδιά όλων των τάξεων από την γύρω περιοχή. (Θα ακολουθήσει κεφάλαιο για το Δημοτικό σχολείο). Ο υπουργός υποσχέθηκε να δώσει λύση για το γεφύρι και τον δρόμο προς Πετρώνα-Αλευράδα. Μέσα σε μια τριετία χορήγησε πάνω από 300 χιλιάδες Δραχμές για να γίνει ο δρόμος από την Γέφυρα Βέργας μέχρι την Αλευράδα. Με διάφορους τρόπους, μια και δεν ήταν ο κατ’ εξοχή  αρμόδιος υπουργός για τέτοια έργα. Έτσι το 1959 ξεκίνησε η κατασκευή ράμπας στο γεφύρι προς την νότια πλευρά. Περισσότερα σε επόμενο κεφάλαιο σχετικό με τις εργασίες μεγαλώματος της γέφυρας και της κατασκευής του δρόμου από την Βέργα έως την Αλευράδα.

Απόστολος Κων. καρακώστας



https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B9

 [i] Το κουρασάνι είναι ένα παραδοσιακό κονίαμα, γνωστό από την αρχαιότητα, που θεωρείται ισοδύναμο ή εφάμιλλο προς το Ρωμαϊκό κονίαμα, με εξαιρετικές υδραυλικές, μηχανικές και θερμομονωτικές ιδιότητες. Έχοντας σαν βάση ιστορικά κονιάματα των Μινωικών, Ρωμαϊκών και Βυζαντινών χρόνων, το κουρασάνι ήταν φτιαγμένο από ασβέστη, άμμο, νερό, τριμμένο κεραμίδι, χαλαζιακή άμμο, Θηραϊκή γη και άλλα δευτερεύοντα αδρανή. Πολλές φορές ενισχυόταν από τους τοπικούς τεχνίτες με τραγόμαλο και άχυρο. Η υψηλή περιεκτικότητα του κονιάματος σε ποζολάνες (ηφαιστειακά υλικά), το καθιστούσαν εξαιρετικά ανθεκτικό στον χρόνο και στις καιρικές συνθήκες και απρόσβλητο από την υγρασία. Η ποζολάνη (ηφαιστειακή γη) στον Ελλαδικό χώρο προέρχεται σήμερα από τη Μήλο ή τη Νίσυρο και είναι το βασικό υλικό του παραδοσιακού κονιάματος κουρασάνι.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο Μπονικεβιάνος αγωνιστής του 1821 Κώστας Τσατσαρώνης και οι απόγονοί του.