Στην μνήμη του Μπαμπαλιώτη Αυτοκινητιστή Στέφανου Αθανασίου Τορουνίδη

 

Στην μνήμη του Μπαμπαλιώτη Αυτοκινητιστή Στέφανου Αθανασίου Τορουνίδη


Συμπληρώνονται φέτος εκατό χρόνια από την Μικρασιατική καταστροφή. Οι Έλληνες που για αιώνες ζούσαν στα Ελληνικά παράλια της Μικράς Ασίας  ξεσπιτώθηκαν βίαια και όσοι επιβίωσαν των σφαγών ήρθαν πρόσφυγες στην μητέρα Ελλάδα. 

Ο Βάλτος ήταν τυχερός που Χριστιανικές οικογένειες με καταγωγή από την Κεπέκκλησια του Ευξείνου Πόντου ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο σημερινό Μπαμπαλιό. Μια εγκαταλειμμένη περιοχή από όπου περί το 1806 οι κάτοικοι Ψευτοιώτες έφυγαν πρόσφυγες για να γλυτώσουν απ’ τα μαχαίρια των ίδιων εχθρών του Ελληνικού γένους. 

Το 1923 γεννήθηκε το νέο χωριό Μπαμπαλιό. Με την δραστηριότητα, την εξυπνάδα και την δημιουργικότητα που τους χαρακτήριζε, οι νέοι του κάτοικοι αναμόρφωσαν τον τόπο που επέλεξαν να κάνουν πατρίδα τους.

Εκεί που υπήρχε ένα απέραντο ερημικό κενό, σε μία εγκαταλειμμένη περιοχή, μέσα σε πολύ λίγα χρόνια εργαζόμενοι ομαδικά δημιούργησαν ένα χωριό παράδειγμα. Έκτισαν μόνοι τους τα σπίτια τους,  εκκλησίες,  σχολείο για τα παιδιά τους. Συνέβαλαν πολύ στην ανάπτυξη και ευημερία όλης της περιοχής διανοίγοντας δρόμους εκεί που δεν υπήρχαν. Έφεραν πιο κοντά τα ορεινά χωριά με τις πόλεις Αμφιλοχία και Αγρίνιο, πρωτοστατώντας σαν αυτοκινητιστές στις μεταφορές ανθρώπων και αγαθών με σύγχρονα μεταφορικά μέσα.  Αγάπησαν τον τόπο και εξακολουθούν να τον αγαπούν, ανεξάρτητα αν ξανά-αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν για δεύτερη φορά πριν πενήντα χρόνια, λόγω της κατασκευής του υδροηλεκτρικού φράγματος στον Αχελώο. (φράγμα Καστρακίου).

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη του Μπαμπαλιού και των συγκοινωνιών του Βάλτου έπαιξε ο αυτοκινητιστής Στέφανος Αθανασίου Τορουνίδης. Ήταν από τα πρώτα παιδιά που γεννήθηκαν την δεκαετία του 1920 στο χωριό. Δούλεψε για την μεγάλη αλλαγή που συντελέστηκε τις επόμενες δεκαετίες και σύνδεσε τον Ορεινό Βάλτο σε καθημερινή συγκοινωνία με τις πόλεις της Αμφιλοχίας και του Αγρινίου.

Με προπολεμικά Αγγλικά δεξιοτίμονα αυτοκίνητα που οι Βαλτινοί τα λέγαμε «καρναβαλάκια» οι Μπαμπαλιώτες οδηγοί-ιδιοκτήτες εξυπηρέτησαν τις ανάγκες των κατοίκων για πολλές δεκαετίες.

Ο Στέφανος, ο Στέφος όπως τον αποκαλούσαν όλοι, ήταν πάντα γελαστός και εξυπηρετικός. Δεν υπήρχε Βαλτινός που να μην τον γνώριζε και που δεν είχε ταξιδέψει με τον καρνάβαλό του. Τα χρόνια ήταν δύσκολα, λεφτά δεν υπήρχαν, οι μετακινήσεις γινότανε βερεσέ. Ο κόσμος έπιανε λεφτά στα χέρια του όταν πούλαγε κυρίως κτηνοτροφικά προϊόντα. Ο Στέφος ποτέ δεν ζητούσε εισητήριο από ανθρώπους που δεν είχαν. Το δεκάρικο της διαδρομής μέχρι την Ποδογορά, που γινόταν η αλλαγή των επιβατών για Αγρίνιο ή Αμφιλοχία, και το εικοσάρικο για τα τελευταία χωριά του Βάλτου, ήταν πολλά λεφτά… 

Λίγο ή πολύ όλοι οι Ορεινοί Βαλτινοί ήταν ευγνώμονες στον πάντα καλόκαρδο και ευγενικό Στέφανο Τορουνίδη και αυτός ήταν πάντα καταδεκτικός και μέχρι τα βαθιά του γεράματα θυμόταν όλους με τα ονόματά τους και χαιρόταν να κουβεντιάζει με τους παλιούς του φίλους και πελάτες, τους επιβάτες μιας άλλης εποχής.

Τότε που οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και τον χειμώνα τα καρναβαλάκια φορούσαν αλυσίδες για την λάσπη, από το Καστράκι και πάνω…

Και ο Στέφος, όπως και οι άλλοι συνάδελφοί του, ταχτοποιούσε τους επιβάτες στα ξύλινα και χωρίς πλάτη καθίσματα ανάλογα με τις ανάγκες της διαδρομής. Μέσα μπαίνανε οι γυναίκες και τα παιδιά. Οι άνδρες ταξίδευαν απέξω, πατούσαν στον «μαρσπιέ» και κρατιούνταν με το μπράτσο από τα παράθυρα. 5-6 αριστερά, άλλοι τόσοι δεξιά, 3-4 στην πίσω σχάρα και αν υπήρχαν και άλλοι επιβάτες ανέβαιναν από την πίσω σκάλα στην οροφή. Όταν το αμάξι κόλλαγε στις λάσπες οι άνδρες κατέβαιναν και το έσπρωχναν και μετά περπατούσαν δίπλα του μέχρι να περάσει από τα δύσκολα σημεία. Τότε ξανανέβαιναν.

Στον γυρισμό από το Αγρίνιο ή την Αμφιλοχία η πίσω σχάρα ήταν πάντα φορτωμένη με τσουβάλια αλεύρι, 50 οκάδες το καθένα, η καφάσια με 2 τενεκέδες λάδι ή φωτιστικό πετρέλαιο και άλλα δυσεύρετα στα χωριά πράγματα. Το ίδιο και στην οροφή, με πιο ελαφριά είδη όπως αποσκευές, ρούχα υφαντά, σακιά με μαλλιά και σακούλες-υφασμάτινες-με ψώνια.

Ο Στέφανος Τορουνίδης αγάπησε τον τόπο και όλους τους Βαλτινούς. Η απώλειά του αφήνει μια πικράδα στις καρδιές όλων όσων τον γνωρίσαμε στις δύσκολες δεκαετίες του περασμένου αιώνα. Πάντα θα τον θυμούμαστε σαν έναν καλοσυνάτο φίλο και πάνω απ’ όλα Άνθρωπο, και του ευχόμαστε ολόψυχα καλό του ταξίδι. 

 Α.Κ.Κ.

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο Μπονικεβιάνος αγωνιστής του 1821 Κώστας Τσατσαρώνης και οι απόγονοί του.