Η κυρά Ελένη του Μεσολογγίου
Στο Τρικούπειο Πολιτιστικό Κέντρο Μεσολογγίου, το Σάββατο της 4ης Ιουλίου 2026, ο Δήμαρχος της Ιερής Πόλης Σπυρίδων Διαμαντόπουλος τίμησε τρεις σπουδαίους ανθρώπους.
Ο Δήμαρχος απένειμε αυτές τις ανώτατες τιμητικές διακρίσεις σε μια Μεσολογγίτισσα και δυο Μεσολογγίτες για το έργο της προσφοράς τους, όσο επέτρεπαν οι δυνάμεις του κάθε ενός, στην ντόπια κοινωνία και συνέβαλαν με τον τρόπο του ο καθένα στην ιστορία του τόπου.
Τα πρόσωπα που τιμήθηκαν είναι ο Σπύρος Ζαχαράτος σε αναγνώριση της πολύτιμης προσφοράς του στην πολιτιστική κληρονομιάς της πόλης, ο Γεώργιος Παυλάκης, που τιμήθηκε μετά θάνατον, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την συμβολή του στην προβολή της ιστορίας της Ιερής Πόλης του Μεσολογγίου και η κυρία Ελένη Καλάκη την οποία τίμησε ο Δήμος για τη διαχρονική της προσπάθεια και την συμβολή της για την ανάδειξη του Πολιτισμού.
Ο Δημοσιογράφος Κώστας Καρακώστας συντόνισε την παρουσίαση της «Κυράς του Μεσολογγίου Ελένης» και προλόγισε την εκδήλωση γι’ αυτήν, μιλώντας για τους ανθρώπους που αφιερώνουν ολόκληρη τη ζωή τους στον τόπο τους, χωρίς ποτέ να το διατυμπανίζουν, και τόνισε ότι η κυρία Ελένη Καλάκη, η «κυρα-Ελένη μας», είναι ένας από αυτούς.
Στην ομιλία του, που ακολουθεί παρακάτω, ο Κώστας Καρακώστας που γνωρίζεται προσωπικά τα τελευταία χρόνια με την κυρία Ελένη, απευθύνθηκε στους καλεσμένους στην εκδήλωση και μίλησε για την ζωή και το έργο της με τα παρακάτω λόγια:
«Σήμερα βρέθηκα στη σκηνή του Τρικούπειου Πολιτιστικού Κέντρου για να παρουσιάσω σε σας τους εκλεκτούς καλεσμένους, την κυρία Ελένη Καλάκη, με αφορμή την εκδήλωση του Δήμου της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου, κατά την οποία της απονεμήθηκε σήμερα η ανώτατη τιμητική διάκριση της πόλης, ως αναγνώριση της πολύχρονης προσφοράς της στον πολιτισμό και την τοπική ιστορία.
Ευχαριστώ θερμά τον Δήμο της Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου και τον Δήμαρχο κύριο Σπύρο Διαμαντόπουλο, για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε, καθώς και τον φωτογράφο κύριο Μιχάλη Δημητρίου για την φωτογράφιση της εκδήλωσης.
Η Ελένη Καλάκη, η κυρά-Ελένη μας, η υπέροχη Μεσολογγίτισσα που υποδέχεται όλους με ένα λουλούδι κι έναν καλό λόγο, μου έκανε την τιμή, πριν λίγο καιρό, να μου παραχωρήσει μια συνέντευξη-αφήγηση ζωής.
Σήμερα, ανταπέδωσα με τον δικό μου τρόπο την εμπιστοσύνη της, παρουσιάζοντάς την στο κοινό, μέσα από όσα η ίδια μου αφηγήθηκε.
Αφορμή στάθηκε η εκδήλωση του Δήμου Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου κατά την οποία ο Δήμαρχος Σπύρος Διαμαντόπουλος της απένειμε την ανώτατη τιμητική διάκριση της πόλης, ως ελάχιστη αναγνώριση της πολύχρονης προσφοράς της στον πολιτισμό και την τοπική ιστορία.
Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρώ να συνοψίσω, σε λίγες μόνο σελίδες, μια ολόκληρη ζωή αφιερωμένη στο Μεσολόγγι και τον Πολιτισμό. Δεν χωρά τα πάντα. Ελπίζω όμως να κατάφερα να αποδώσω έστω ένα μικρό μέρος αυτής της φωτεινής προσωπικότητας που όποιος τη γνωρίζει, την κρατά για πάντα στην καρδιά του!
Σεβαστέ
πατέρα,
Αξιότιμε Δήμαρχε,
Κύριε Πρόεδρε του Δημοτικού Συμβουλίου,
Κυρίες και κύριοι Αντιδήμαρχοι,
Εκπρόσωποι των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης,
Κυρίες και κύριοι,
Φίλες και φίλοι,
Περιμένοντας να ανέβω στο βήμα, συνειδητοποίησα ότι αυτά που θέλω να σας πω σήμερα για την κυρία Ελένη Καλάκη, δεν χωράνε εύκολα σε γραπτές σημειώσεις.
Μια προσωπικότητα σαν τη δική της ερμηνεύεται καλύτερα μέσω αληθινών γεγονότων και περιστατικών από τη ζωή της, παρά με την απλή παράθεση βιογραφικών στοιχείων και προκατασκευασμένων λόγων.
Επιτρέψτε μου επομένως να μιλήσω λιγότερο από κειμένου και περισσότερο από καρδιάς.
Ίσως να μην το γνωρίζετε όλοι αλλά δεν είμαι Μεσολογγίτης. Έτσι, όταν πριν από δυόμιση χρόνια περίπου αναλάμβανα τη θέση του υπεύθυνου στο Γραφείο Επικοινωνίας & Δημοσίων Σχέσεων, ως συνεργάτης του Δημάρχου Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου, Σπύρου Διαμαντόπουλου, αυτά που δεν γνώριζα για το Μεσολόγγι και τους ανθρώπους του, ήταν περισσότερα από εκείνα που ήξερα.
Μετά το πέρας λοιπόν κάποιας από τις πρώτες εκδηλώσεις στην οποία συμμετείχα, αντικρίζω μια μικροκαμωμένη κυρία να σηκώνεται από τη θέση της, να πλησιάζει σχεδόν αθόρυβα το τιμώμενο πρόσωπο και να του προσφέρει ένα λουλουδάκι, προτού απομακρυνθεί το ίδιο διακριτικά όπως είχε εμφανιστεί.
Εκείνη τη στιγμή δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, αλλά συγκράτησα το περιστατικό αυτό στη μνήμη μου.
Ύστερα όμως έγινε κι άλλη εκδήλωση, και μια επόμενη μετά, κι άλλη μια έπειτα, και το ίδιο ακριβώς σκηνικό, επαναλήφθηκε.
«Ποια είναι αυτή η κυρία με τα λουλουδάκια;», ρώτησα μια συνάδελφο.
«Α, αυτή είναι η κυρά-Ελένη μας. Έτσι κάνει, θα την βλέπεις συνέχεια από εδώ και πέρα!», μου απάντησε.
Ματούλα θυμάσαι;
Κι έτσι, έμαθα κι εγώ πλέον ποια είναι η κυρά-Ελένη μας!
Η γυναίκα με τη διακριτική παρουσία, που τόσα λέει για τον χαρακτήρα της.
Γιατί δεν έρχεται εκεί για να φανεί η ίδια, αλλά για να τιμήσει τους άλλους.
Κάποια στιγμή, σε μια βιβλιοπαρουσίαση που έκανα, είχα την τιμή να είμαι κι εγώ αποδέκτης ενός λουλουδιού από την κυρα-Ελένη.
«Εσένα δεν σε ξέρω, είσαι από εδώ;», με ρώτησε.
«Όχι, είμαι Αγρινιώτης», της απάντησα.
«Α», μου είπε, με μια μικρή απογοήτευση να σχηματίζεται στο πρόσωπό της.
«Αλλά δουλεύω στο Μεσολόγγι, είμαι Δημοσιογράφος, συνεργάτης του Δημάρχου», συνέχισα.
Ξανά «Α», αλλά αυτή τη φορά σαν να ξανανέβηκα λίγο στην εκτίμησή της.
«Και δε μου λες, αφού είσαι Δημοσιογράφος, εμένα πότε θα μου πάρεις μια συνέντευξη;», με ρώτησε.
Όπερ και εγένετο.
Ένα ήσυχο πρωινό λοιπόν, βρεθήκαμε στο πανέμορφο και φιλόξενο σπιτάκι της κυρα-Ελένης, καθίσαμε και κουβεντιάσαμε για τη ζωή της αλλά και για τις δύο μεγάλες αγάπες της, που τόσο αρμονικά συνδέονται: το Μεσολόγγι και ο Πολιτισμός.
Ας αναφέρω επιγραμματικά ορισμένα από εκείνα που μου διηγήθηκε:
Η κυρία Ελένη Καλάκη γεννήθηκε στη Γουριά Μεσολογγίου.
Δεν θα σας πω πριν πόσα χρόνια, όχι μόνο γιατί δεν επιτρέπεται να ρωτάμε μια κυρία την ηλικία της, αλλά γιατί, όπως θα διαπιστώσετε, είτε όταν ήταν παιδούλα, είτε αργότερα ως ενήλικη γυναίκα, ως σύζυγος στη συνέχεια, είτε τώρα, ως ένα από τα τιμώμενα πρόσωπα της βραδιάς, ο χαρακτήρας και το ταμπεραμέντο της, παραμένουν διαχρονικά ακριβώς ίδια.
Τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για την οικογένειά της, και σημαδεύτηκαν μάλιστα από μια απώλεια, εκείνη του ενός από τα αδέρφια της, του Στράτου, μια απώλεια που για χρόνια βύθισε στο πένθος εκείνη προσωπικά όπως και τους γονείς και τα εναπομείναντα αδέρφια της.
Μετά τον πόλεμο, όταν οι συνθήκες άρχισαν κάπως να αλλάζουν, έφηβη ακόμη, μαζί με τον άλλο αδερφό της, τον Νώντα, αποφασίζουν να αξιοποιήσουν ένα χωράφι της οικογένειας και να στήσουν εκεί ένα αυτοσχέδιο καφενείο.
Οι τοίχοι, από καλαμιές δεμένες με βούρλα, που έκοβαν τα δυο αδέρφια και κουβαλούσαν στην πλάτη.
Η πόρτα, «απαλλοτριώθηκε» από μια παλιά αχυραποθήκη.
Ο νεροχύτης, ήταν ένας τενεκές με τέσσερα ξύλινα πόδια.
Μια λάμπα αμιάντου, για φωτισμό.
Ένα πηγάδι, για ψυγείο.
Τάβλες και μπάλες με άχυρο, για τραπέζια και καθίσματα.
Κι ένα γραμμόφωνο, σε μια γωνία, απαραίτητο για τη διασκέδαση των πελατών.
Όσο για τα προϊόντα που προσφέρονταν;
Ούζο και μαστίχα, σε γυάλινες φιάλες, κλεισμένες με χαρτιά εφημερίδων, αφού οι φελλοί ήταν δυσεύρετοι.
Το μικρό καφενείο όμως σταδιακά εξελίχθηκε, και μετατράπηκε σε ένα σημείο πολιτιστικής αναφοράς για την περιοχή.
Έτσι, κάθε Σάββατο διοργανώνονταν κινηματογραφικές βραδιές, με προβολή ταινιών, ενώ σύντομα άρχισαν να εμφανίζονται σε αυτό ορχήστρες με πασίγνωστα ονόματα της εποχής, όπως ο Βασιλόπουλος, ο Καρναβάς, ο Σαλέας, η Τασία Βέρα, η οποία μάλιστα ακόμη κι όταν έκανε μεγάλη καριέρα, δεν παρέλειπε ποτέ να λέει ότι πρωτοτραγούδησε στο μαγαζί του Νώντα Καπώνη, στη Γουριά.
Κάποια χρόνια αργότερα, η Ελένη Καπώνη θα γίνει πλέον Ελένη Καλάκη με τον γάμο της με τον ψαρά Σπύρο Καλάκη, άνθρωπο γνωστό για τον ακέραιο χαρακτήρα του και την αγάπη του για το ποδόσφαιρο.
Οι συνθήκες ζωής δύσκολες, αφού η θάλασσα δεν πρόσφερε πάντα απλόχερα στο ζευγάρι τα προς το ζην.
Ο σεβασμός όμως και η αγάπη του ενός για τον άλλο, ήταν αρκετά ώστε κάθε δυσκολία να ξεπερνιέται, ακόμη και η πιο απρόβλεπτη.
Όπως για παράδειγμα όταν η κυρά-Ελένη δυσκολευόταν να συγκεντρώσει τα χρήματα που απαιτούνταν για ένα ταξίδι-όνειρο ζωής που σχεδίαζε στη Ρωσία και στο Ερμιτάζ, και πούλησε στα κρυφά τη βέρα του συζύγου της, ο οποίος άλλωστε δεν την πολυ-φορούσε, καθώς έμπλεκε διαρκώς στα δίχτυα του.
Κάποια στιγμή όμως, την αναζήτησε, και τη ρώτησε:
«Ελένη, εκείνο τον χαλκά, τι τον έκανες;»
«Τι το θες;»
«Είδα εσένα που τον φοράς… τι τον έκανες;»
«Τον πούλησα»!
«Γιατί»;
«Δεν μου έφταναν τα λεφτά να πάω στη Ρωσία, την πούλησα, πήρα τα λεφτά και τα έστειλα επάνω».
«Καλά έκανες, λιγότερα οι κληρονόμοι!»
Αυτή ήταν η υπέροχη σχέση που είχε αυτό το ζευγάρι!
Ο ένας αγαπούσε το Ποδόσφαιρο, η άλλη τον Πολιτισμό, και ο καθένας σεβόταν και στήριζε την αγάπη του άλλου.
Η κυρά-Ελένη όμως δεν πήγε μόνο στο Ερμιτάζ, αλλά ταξίδεψε σε ολόκληρη την Ευρώπη, όχι μόνο για να δει νέους τόπους, αλλά για να συναντήσει άλλους ανθρώπους, να γνωρίσει διαφορετικούς πολιτισμούς, να έρθει σε επαφή με την τέχνη σε κάθε της μορφή, και κυρίως, τη μουσική.
Όπως μου είχε εκμυστηρευτεί:
«Είχα μια
τάση, με προίκισε η Φύση; ο Θεός;
Ας πούμε και ο Θεός και η Φύση, να μου αρέσουν τα ταξίδια και οι μεγάλες
όπερες!»
Επισκέφθηκε το Λούβρο, ταξίδεψε σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη, από τη Γαλλία και την Ελβετία μέχρι τη Βουδαπέστη, τη Βιέννη και την τότε Ανατολική Ευρώπη, ακόμη και στο Μόντε Κάρλο, όπου έπαιξε και στο καζίνο κι έχασε μια «δραχμή δικιά τους», που ήταν όμως «σαν 70 δικές μας»!
Ταξίδια όμως έκανε και στην Ελλάδα, όπως για παράδειγμα στη Μονεμβασιά, γιατί πάντα θαύμαζε τον Ρίτσο και μια από τις φράσεις του που ιδιαίτερα αγαπούσε:
«Μην αγαπήσετε τα μεγάλα σπίτια, παρά να αγαπήσετε τα μεγάλα παράθυρα»!
Μαζί με το απόφθεγμα του Καζαντζάκη: «Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφησε τον παράδεισο και μπες μέσα», αλλά και του Ντοστογιέφσκι: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Η ομορφιά της ψυχής», αποτελούν κάποιες από τις φράσεις που συχνά επαναλαμβάνει στον συνομιλητή της.
Είναι ίσως μια προτροπή προς τον καθένα μας να σταθούμε για μια στιγμή και να αναλογιστούμε όχι μονάχα την ομορφιά που είναι διάχυτη γύρω μας, αλλά κι εκείνη που ο καθένας μας είναι ικανός να δημιουργήσει.
Η «ομορφιά», βλέπετε, είναι κάτι που η κυρία Ελένη εκτιμά ιδιαίτερα.
Γι’ αυτό το λόγο, στον τοίχο του σπιτιού της, έγραψε «σε ένα μαρμαράκι»:
«Η αυλή της Ελένης».
Κι από κάτω, συνεχίζει:
«Δεν θα στεναχωρηθώ που θα φύγω, θα στεναχωρηθώ που θα χάσω και δεν θα ξαναδώ το μεγαλείο της φύσης».
Κι όμως, παρά τα τόσα ταξίδια και τις τόσες εμπειρίες, η κυρά-Ελένη παραμένει ένας άνθρωπος απλός.
Γιατί η μεγαλύτερη χαρά της δεν βρίσκεται σε όσα της έδωσε η ζωή, αλλά σε όσα η ίδια μπορεί να προσφέρει στους άλλους.
Στην κουβέντα εκείνη που κάναμε τότε, δεν θα μπορούσα να μην ρωτήσω γιατί προσφέρει αυτό το λουλουδάκι.
«Γιατί αυτό έχω μέσα μου. Αυτό προσφέρω!», μου απαντά αυθόρμητα.
Γιατί η κυρά-Ελένη, με το όμορφο πολύχρωμο σπιτάκι της, γεμάτο γλάστρες και αναμνήσεις, με την παρουσία της σταθερά σε κάθε εκδήλωση που τιμά το Μεσολόγγι, αποτελεί κι εκείνη ένα άνθος που κοσμεί και τιμά το Μεσολόγγι με την αγάπη και το ήθος της.
Άλλωστε, όπως λέει η ίδια «Η Ιερή Πόλη πολέμησε για τη δόξα και την ελευθερία, τι άλλο καλύτερο από αυτό;»
Κυρίες και κύριοι,
αν υπάρχει κάτι που αποκομίζει κανείς γνωρίζοντας την κυρά-Ελένη, είναι ότι ο Πολιτισμός δεν βρίσκεται μόνο στα μουσεία και στις όπερες.
Βρίσκεται κυρίως στον τρόπο που φερόμαστε στους ανθρώπους.
Κι αυτό ακριβώς είναι που κουβαλά μαζί της όλα αυτά τα χρόνια.
Ξέρω ότι απόψε θα φύγετε από εδώ έχοντας γνωρίσει μια Μεσολογγίτισσα που αποτελεί έναν ζωντανό κρίκο ανάμεσα στο Μεσολόγγι της Εξόδου και στο Μεσολόγγι του σήμερα. Έναν άνθρωπο που αγαπά βαθιά τον τόπο του και ταυτόχρονα, μας θυμίζει καθημερινά πως ο πολιτισμός δεν είναι μόνο η ιστορία που κληρονομήσαμε, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να τη συνεχίσουμε.
Και αν σήμερα ο Δήμος Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου τιμά αυτή την ξεχωριστή γυναίκα, δεν είναι μόνο για όσα έζησε. Είναι κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσά μας: ενεργή, συμμετέχουσα, χαμογελαστή, με ένα λουλούδι στο χέρι και μια καλή κουβέντα στα χείλη για όλους.
Και ίσως τίποτε δεν συνοψίζει καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον τόπο της από τη φράση που η ίδια συνηθίζει να λέει:
«Είστε σε μια Ιερή Πόλη που η ιστορία της δεν είναι γραμμένη με πένα αλλά με αίμα!»
Σας ευχαριστώ».
Α.Κ.Κ.





















