Πραγματοποιήθηκε Εκδήλωση μνήμης στο Ποντιακό χωριό Μπαμπαλιό του Ορεινού Βάλτου, Δήμου Αμφιλοχίας
Κείμενο και φωτογραφίες Απόστολος Κων. Καρακώστας
Πραγματοποιήθηκε στο Μπαμπαλιό του Ορεινού Βάλτου, Δήμου Αμφιλοχίας, την Κυριακή 24 Μαΐου, μετά από 5θήμερη αναβολή λόγω βροχών, η εκδήλωση τιμής και μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.
Ήταν μια σεμνή τελετή που διοργάνωσε ο Δήμος Αμφιλοχίας, σε συνεργασία με τον Εκπολιτιστικό Σύλλογο Ποντίων Μπαμπαλιού Αιτωλοακαρνανίας «Αξέχαστες Πατρίδες» και την Τοπική Κοινότητα του Μπαμπαλιού.
Ο καιρός ήταν καλός, χωρίς βροχή, αλλά βαριά συννεφιασμένος. Αψηφώντας τις «απειλητικές» ενδείξεις, εκατοντάδες άνθρωποι έδωσαν το παρόν στην πλατεία του χωριού. Εκεί που βρίσκεται το μνημείο των Ηρωικών 62 πρώτων οικογενειών Προσφύγων, που μετά από αμέτρητες δυσκολίες και διωγμούς, αφού διέσχισαν στεριές και θάλασσες, έφθασαν σ’ αυτό το μέρος και εγκαταστάθηκαν.
Τίποτα δεν τους ήταν εύκολο στην ζωή τους, εγκατέλειψαν πίσω τους στην Κεππέκλησια του Πόντου το βιός και τους τάφους των προγόνων τους, πήραν τις στράτες για την μητέρα Ελλάδα και βρέθηκαν σε έναν τόπο άγνωστο.
Κι εκεί που τους έφερε η μοίρα τους, σε ένα απέραντο ερημικό κενό, σε μία εγκαταλειμμένη περιοχή, μέσα σε πολύ λίγα χρόνια, εργαζόμενοι ομαδικά, δημιούργησαν ένα χωριό παράδειγμα. Έκτισαν μόνοι τους τα σπίτια τους, εκκλησία και σχολείο για τα παιδιά τους.
Με την εξυπνάδα τους, την εργατικότητά τους, την συνεργασία τους και με την τιμιότητα που τους χαρακτήριζε, συνέβαλαν πολύ στην ανάπτυξη και ευημερία όλης της περιοχής.
Διάνοιξαν δρόμους εκεί που δεν υπήρχαν και έφεραν πιο κοντά τα ορεινά χωριά με τις πόλεις Αμφιλοχία και Αγρίνιο.
Πρωτοστάτησαν σαν αυτοκινητιστές στις μεταφορές ανθρώπων και αγαθών με σύγχρονα μεταφορικά μέσα.
Αγάπησαν τον τόπο και οι απόγονοί τους εξακολουθούν να τον αγαπούν, ανεξάρτητα αν ξανά-αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν για δεύτερη φορά πριν 50-60 χρόνια, λόγω της κατασκευής του υδροηλεκτρικού φράγματος στον Αχελώο. (φράγμα Καστρακίου).
Αν και οι πολλοί δεν ζουν στο χωριό τους, το έχουν πάντα στην σκέψη τους και την καρδιά τους. Και αυτή την επετειακή ημέρα που γιορτάζεται η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, έδωσαν το παρών στον τόπο που γεννήθηκαν.
Ήρθαν από τις πόλεις και συμμετείχαν στην συμβολική λαμπαδηφορία και στην επιμνημόσυνη δέηση για τα 353 χιλιάδες θύματα της Γενοκτονίας, που τελέστηκε από τον πατέρα Νεκτάριο, που είναι εφημέριος στο Καστράκι, αλλά εξυπηρετεί κάποιες Κυριακές και Αργίες και την με λίγες μόνιμες οικογένειες ενορία του Μπαμπαλιού.
Στους χαιρετισμούς που ακολούθησαν, ξαναζωντάνεψε η τραγική ιστορία του ξεριζωμού και της προσφυγιάς…
Η συντονίστρια της εκδήλωσης κυρία Γεωργία Κανακίδη καλωσόρισε όλους όσοι παραβρέθηκαν στον χώρο και κάλεσε τον Μπαμπαλιότη στην καταγωγή Δήμαρχο Αμφιλοχίας κύριο Αθανάσιο Τορουνίδη για να χαιρετίσει την εκδήλωση.
Ο Δήμαρχος, απόγονος εκείνων που κατοίκησαν στον τόπο πριν 103 χρόνια, μίλησε ζωντανά για το χωριό που γεννήθηκε, μεγάλωσε και υπηρετεί μέσα από Κοινοτικά και Δημοτικά αξιώματα.
Βαθιά συγκινημένος ξεκίνησε τον χαιρετισμό του λέγοντας:
«Φίλες και φίλοι, αγαπητοί συγχωριανοί και συγχωριανές, συνοδοιπόροι στη μνήμη και στη ζωή. Ένα μεγάλο ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για την παρουςία σας στην σημερινή εκδήλωση μνήμης στο Μπαμπαλιό.
Στο Μπαμπαλιό μας, στο Βάλτο μας, εδώ απ’ ότι ξέρετε είναι ο τόπος μου. Ο τόπος στον οποίο μας έμαθαν να μην το βάζουμε ποτέ κάτω. Να σφίγγουμε την πέτρα, να αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας, να παλεύουμε για το καλό, το δίκαιο, το σωστό.
Και πάνω απ’ όλα μας έμαθαν να μην ξεχάσουμε ποτέ. Να τιμάμε την μνήμη την ιστορία μας. Γιατί χωρίς γνώση, πίστη, μνήμη και σεβασμό στο παρελθόν, τα πόδια δεν πατάνε ποτέ γερά στο παρόν και στο μέλλον, εδώ που κτυπά και θα κτυπά για πάντα η καρδιά του Ποντιακού Ελληνισμού στα μέρη μας».
Ο Δήμαρχος συνέχισε την σύντομη ομιλία του θυμίζοντας τα επιτεύγματα των πρώτων 62 οικογενειών που φθάσανε στην Αμφιλοχία και μετεγκαταστάθηκαν στο Μπαμπαλιό, καθώς αναφέρει στα βιβλία του ο κατ’ εξοχήν ιστορικός ερευνητής του Βάλτου Νικόλαος Χαρ. Τέλωνας.
Τόνισε ότι δεν πρέπει να έχει κανείς καμία αμφιβολία, καθώς κάθε παρουσία, κάθε εκδήλωση κάθε τομή, κάθε μοιρολόι, κάθε δάκρυ στη θύμηση των όσων έγιναν, είναι μια νίκη απέναντι σε όσους θέλουν να ξεχάσουμε. «Έναν ολόκληρο αιώνα-είπε-προσπαθούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε, αλλά είμαστε ακόμα εδώ. Το φως του Πόντου είναι εδώ, ολοένα και πιο δυνατό!».
Μίλησε για τα παλιά χρόνια όταν γεννήθηκε, τότε που δεν υπήρχαν νοσοκομεία και κέντρα υγείας και στο χωριό τα παιδιά τα ξεγεννούσε η «Παπουτλάβα»- για όσους ξέρουν και θυμούνται-έτσι γεννήθηκε κι αυτός…Ζήτησε από τον κόσμο να του συγχωρήσουν την συγκίνηση, «αλλά το συναίσθημα-είπε-«είναι όμορφο και καθηλωτικό και δεν του αρέσει να το κρύβει».
«Έχω την τιμή-συνέχισε-να απευθύνομαι για τρίτη φορά εδώ σήμερα ως Δήμαρχος Αμφιλοχίας, σε εκδήλωση μνήμης για την γενοκτονία των Ποντίων, εδώ στο χωριό μου».
Έκλεισε τον χαιρετισμό του φανερά συγκινημένος και ευχαρίστησε τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ποντίων Μπαμπαλιού «Αξέχαστες Πατρίδες», την κοινότητα Μπαμπαλιού και στην Αντιδημαρχεία Πολιτισμού του Δήμου Αμφιλοχίας για την εκδήλωση. Και ακόμα ένα μεγάλο ευχαριστώ απηύθυνε στους συντελεστές της εκδήλωσης, «ειδικά στα νεαρά παιδιά που μέσα από τον χορό, το τραγούδι και την εικόνα κρατάνε ζωντανή στον χρόνο την μνήμη. Μέχρι την τελική νίκη. Οι 353 χιλιάδες ψυχές δεν ξεχνιούνται. Μέχρι να δικαιωθούν οι ψυχές των προγόνων μας εμείς θα αγωνιζόμαστε. Σας ευχαριστώ».
Ακολούθησε ο χαιρετισμός από τον Πρόεδρο της Τοπικής Κοινότητας κύριο Αναστάσιο Αποστολάκη. Ο οποίος καλωσόρισε στο χωριό τον πατέρα Νεκτάριο, τον Δήμαρχο Αμφιλοχίας κύριο Αθανάσιο Τορουνίδη, τους τέως Δημάρχους κυρίους Νικόλαο Τέλωνα και Γεώργιο Κατσούλα, τον Βουλευτή κύριο Μίλτο Ζαμπάρα, τον εκπρόσωπο της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας κύριο Κωνσταντίνο Δαουτίδη, τον Αντιδήμαρχο Πολιτισμού του Δήμου κύριο Κωνσταντίνο Γαλάνη, Αντιδημάρχους και Δημοτικούς Συμβούλους, τον Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος Εμπεσού Αστυνόμο Β κύριο Χαράλαμπο Κολύδα, τους παραβρισκόμενους στην εκδήλωση Συνδημότες και συγχωριανούς, με τα λόγια:
«Σας καλησπερίζουμε και σας υποδεχόμαστε απόψε στο χωριό μας, όλους εσάς που μας τιμάτε με την παρουσία σας.
Η συγκίνησή μας κάθε χρόνο τέτοια μέρα είναι μεγάλη και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης είναι καθήκον όλων μας.
Είναι αυτή που μας καθοδηγεί ως Έθνος, τονώνει τον Πατριωτισμό, διδάσκει και φωτίζει το μέλλον μας.
Να θυμόμαστε λοιπόν τα σημαντικά γεγονότα στην ιστορία του Έθνους μας. 353 χιλιάδες Έλληνες Πόντιοι σφαγιάστηκαν τις ζοφερές εκείνες ημέρες του ξεριζωμού 1.250.000 ανθρώπων που πήραν τον δύσκολο δρόμο της προσφυγιάς αφήνοντας πίσω τις περιουσίες τους και τους τάφους των προγόνων τους.
Το 1994 η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε την 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού.
Σήμερα ο Ποντιακός Ελληνισμός ζητά σύσσωμος την Διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας από τους Τούρκους.
Οι Έλληνες Πόντιοι ζητούν μια επίσημη συγνώμη για να αναπαυθούν οι ψυχές των νεκρών τους. Δεν Ξεχνάμε!»
Ακολούθησε ο χαιρετισμός του δραστήριου Προέδρου του Συλλόγου Ποντίων Μπαμπαλιού Αιτ/νίας «Αξέχαστες Πατρίδες» κυρίου Θεοφάνη Κοντοχρήστου.
Στον σύντομο χαιρετισμό του, ευχαρίστησε όλους που με την παρουσία τους τίμησαν τους προγόνους τους, στα 107 χρόνια από την Γενοκτονία. «Για την οποία-τόνισε-δυστυχώς μέχρι και σήμερα δεν έχει τιμωρηθεί κανείς…Εμείς-συνέχισε-σαν ένας οργανωμένος Ποντιακός χώρος, ζητάμε μια δημόσια συγνώμη από την Τουρκική κυβέρνηση, που δυστυχώς μέχρι τώρα δεν έχει έρθει…».
Ευχαρίστησε όλους όσους συμβάλανε στην πραγματοποίηση της εκδήλωσης, και όλους τους ανθρώπους που με την παρουσία τους συμμετέχουν.
Η συντονίστρια της εκδήλωσης κάλεσε στο βήμα τον κεντρικό ομιλητή της εκδήλωσης, τον καθηγητή Λαογραφίας Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Κώστα Κονταξή, που πρόσφατα τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το συγγραφικό και εκπαιδευτικό του έργο.
(σύντομο βιογραφικό του κυρίου Κονταξή διαβάστε στο τέλος του κειμένου).
O καθηγητής που στα νιάτα του υπηρέτησε πέντε χρόνια ως δάσκαλος στο Μπαμπαλιό, το οποίο πολύ αγάπησε και για το οποίο έγραψε στα βιβλία του, αφού χαιρέτησε τους εκπροσώπους των Πολιτικών και Στρατιωτικών αρχών και όλους τους συμμετέχοντες, ξεκίνησε την ομιλία του με τους πρώτους στίχους του γνωστού επικού ποιήματος του Φίλωνα Κτενίδη γραμμένο στην Ποντιακή διάλεκτο. (ολόκληρο το ποίημα και την μετάφρασή του στα σύγχρονα Ελληνικά, διαβάστε στο τέλος του κειμένου)
«Έναν πουλίν,
μαύρον πουλίν,
μαύρον άμον την νύχταν,
ολονυχτίς τριγύριζεν
ολόερα 'ς σον Κάστρον, ’ς σα καστρότειχα τη μαυρο-Τραπεζούντας,...
Τερεί απάν’ τερεί
αφκά, τερεί οπίσ’ και έμπρα...
μακρογουλίζ’, καλοτερεί ’ς σ’ Ανατολήν και Δύσην,»
Στη νέα ελληνική,
το νόημα είναι:
«Ένα πουλί, μαύρο πουλί, μαύρο σαν τη νύχτα, ολονυχτίς τριγύριζε ολόγυρα στο
κάστρο, στα καστρότειχα της μαυρο-Τραπεζούντας.
Κοιτάει επάνω,
χαμηλά, κοιτάει εμπρός και πίσω…
τεντώνει πέρα το λαιμό σ’ Ανατολή και Δύση,..»
(Αυτό το «μαύρο πουλί» λειτουργεί συμβολικά ως αγγελιοφόρος θλίψης, αντιπροσωπεύοντας τη χαμένη πατρίδα και το δράμα του Ποντιακού Ελληνισμού).
Ο αγαπημένος όλων των παλιών μαθητών του δάσκαλος και καθηγητής, συνέχισε την ιστορικής αναδρομής ομιλία του:
«Τιμώντας σήμερα τη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του μαρτυρικού Πόντου, στέλνουμε με ευλάβεια τη σκέψη μας σ’ εκείνους που ήρθαν∙ σ’ εκείνους που έμειναν πίσω και σ’ εκείνους που δεν θα έρθουν ποτέ από την αλησμόνητη γωνιά της Ανατολής, τον Ελληνικό Πόντο.
Τον Πόντο με τα άγρια θρυλικά βουνά, τους ήμερους κάμπους, το πεντάμορφο σόι των ανθρώπων με τα μεγάλα ανατολίτικα μάτια, με τη χαρούμενη ξέγνοιαστη ψυχή∙ που έπιναν, χόρευαν, φιλιούνταν με τρισεύγενη χάρη, όπως έγραψε ο Καζαντζάκης.
Τον Πόντο, που είδε τα παιδιά του να εξορίζονται, να διώκονται, να δολοφονούνται και να ξεριζώνονται, παίρνοντας τον δρόμο της προσφυγιάς, από το μίσος που καλλιέργησαν τα συμφέροντα και οι σκοπιμότητες των δυνατών της γης.
Με μάτια δακρυσμένα, μα, με τη βαθιά πίστη πως «χρέος της ζωής είναι να ζήσει», πήραν τα «κομμάτια της ψυχής τους, το τελευταίο ψωμί από το φούρνο της αυλής, τις μνήμες από τα αγαπημένα χώματα και στοιβάχθηκαν στα καράβια…
«Η θάλασσα επρασίνιζεν και το παπόρ επέγνεν κ’ η Μάτσκα σην ανατολήν εσιάσεψεν κι επέμνεν».
Πλήθυνε η αλμύρα της Μαύρης Θάλασσας, του Εύξεινου Πόντου από τα δάκρυα των ξεριζωμένων, και από τα κύματα της έφεραν στα πόδια της γης του Πόντου τα κλάματα σαν τελευταίο χαιρετισμό.
Και όταν τα παιδιά του Πόντου πάτησαν τη στεριά της Μάνας γης, της Ελληνικής Πατρίδας, αγκάλιασαν το ένα τ’ άλλο, για να βεβαιωθούν ότι δεν είναι σκιές…
Δίπλωσαν την περηφάνεια τους στο σακί της προσφυγιάς και βγήκαν για ένα ξεροκόμματο, στο εργοστάσιο∙ για μια χούφτα καλαμπόκι, στα χωράφια…
Και κράτησαν φωτεινή και πολύχρωμη την εικόνα του τόπου που γεννήθηκαν, του Ελληνικού Πόντου, με τον πλούσιο λαϊκό πολιτισμό και την ιστορία των είκοσι έξι και πλέον αιώνων ζωής, για να την παραδώσουν, χρυσή κληρονομιά, στα παιδιά τους, στις γενιές που θα ‘ρθουν.
19 Μαΐου 1919. Μια ημερομηνία σημαδιακή για τον Ποντιακό, και όχι μόνο Ελληνισμό. Θυμίζει τη σκοτεινή μέρα που ο Κεμάλ πασάς πάτησε το πόδι του στη Σαμψούντα, και δήλωσε πως θα λύσει το Ποντιακό ζήτημα, με τις σφαγές και την κρεμάλα…
Την ημέρα που η Τουρκική νεολαία γιορτάζει, η νεολαία η Ποντιακή, που βρίσκεται στην Ελλάδα και σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, θρηνεί, αλλά δεν ξεχνά και ζητά την ηθική δικαίωση των μαρτύρων, θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, η οποία δεν αναγνωρίστηκε, ποτέ, επίσημα από τις κυβερνήσεις της Τουρκίας και αυτούς που κρύβονται πίσω της.
Πάρα πολλά είναι τα ανέκδοτα διπλωματικά έγγραφα χωρών συμμάχων, κυρίως, της Τουρκίας από εκείνη την περίοδο, που αποκαλύπτουν το μέγεθος της σκληρότητας και τα απάνθρωπα μέσα εξόντωσης, που ανακάλυπταν, κάθε φορά, οι Τούρκοι.
Οι φοβεροί διωγμοί, τα εγκλήματα της Γενοκτονίας άρχισαν από πολύ νωρίς∙ ξεκίνησαν το 1908 με τους Νεότουρκους, συνεχίστηκαν με το Μουσταφά Κεμάλ και το πρωτοπαλίκαρό του Τοπάλ Οσμάν, για να σταματήσουν το 1922 με τη συμφωνία ανταλλαγής των πληθυσμών, τον ξεριζωμό των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας.
«Ποιοι Έλληνες όμως;» αναρωτιέται ο Δημήτρης Ψαθάς. «Πόσοι είχαν μείνει από το μακελειό του προγραμματισμένου αφανισμού τους και που βρισκόντουσαν;». Λίγοι περισώθηκαν στις πόλεις κι άλλοι, ανθρώπινα κουρέλια κυλούσαν τις βασανισμένες μέρες τους στα βάθη της Ανατολής, απομεινάρια των καραβανιών που σπρώχνονταν κατά δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες προς τους ατέλειωτους δρόμους του χαμού.
Ήσαν μόνο εκείνοι, που είχαν την «τύχη» να γλυτώσουν απ’ τη σφαγή, απ’ την αρρώστια, απ’ την πείνα, απ’ τη φυλακή, απ’ την κρεμάλα, απ’ τα χίλια δυο δεινά που τους εξασφάλισε ο Τουρκικός πολιτισμός με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής διπλωματίας.
Για «απερίγραφτα εγκλήματα» έκανε λόγο ο Μουσταφά Κεμάλ, υποκριτικά και για τους δικούς του, πάντα, λόγους στο έκτακτο στρατοδικείο που συστάθηκε, με Σουλτανική διαταγή, στις 8 Μαρτίου του 1918, για να δικάσει τους ηγέτες της κυβέρνησης των Νεοτούρκων για τα εγκλήματα που διέπραξαν κατά του Χριστιανικού πληθυσμού της Τουρκίας.
«Οι πασάδες (…) διέπραξαν απερίγραπτα εγκλήματα τέτοια που δεν μπορεί να συλλάβει η φαντασία του ανθρώπου (…) εγκαθίδρυσαν ένα τυραννικό καθεστώς, οργάνωσαν εκτοπίσεις και σφαγές, έκαψαν βρέφη, που ακόμα θήλαζαν (…), βίασαν γυναίκες και μικρά κορίτσια μπροστά στα μάτια των γονιών τους, κατάσχεσαν παράνομα την κινητή και ακίνητη περιουσία τους, εξόντωσαν γυναικόπαιδα (…) προβαίνοντας σε κάθε είδους ωμότητες (…). Γεγονότα που δεν έχουν προηγούμενο στην ιστορία οποιουδήποτε λαού».
Αυτά και πολλά άλλα είπε ο «πατερούλης» των Τούρκων, Ατατούρκ, για τα εγκλήματα των ομοεθνών του, για να οργανώσει και να διαπράξει λίγο αργότερα ο ίδιος με τους τσέτες του πολύ χειρότερα…
Ο Αμερικανός J. Gerard, προλογίζοντας, το 1926, το βιβλίο του G. Horton «Η Κατάρα της Ανατολής», (βλέπετε σημείωση στο τέλος του κειμένου), σημείωσε ανάμεσα στα άλλα:
«Το ότι είκοσι αιώνες μετά Χριστόν ένας μικρός και οπισθοδρομικός λαός, όπως οι Τούρκοι, μπόρεσε να διαπράξει τέτοια εγκλήματα εναντίον του πολιτισμού και της προόδου του κόσμου, είναι ένα ζήτημα που θα έπρεπε να κάνει όλους τους ευσυνείδητους λαούς να σταθούν και να σκεφθούν…Εκωφεύσαμεν στις απελπισμένες κραυγές για βοήθεια των Χριστανών που πεθαίναν…»
Ο ίδιος ο Τζώρτζ Χόρτον, πρόξενος των ΗΠΑ το 1922 στη Σμύρνη, δήλωσε: «Το δυνατότερο συναίσθημα που πήρα φεύγοντας από τη Σμύρνη ήταν η ντροπή μου που ανήκα στο ανθρώπινο γένος…»
Σεβασμιότατε, Φίλες και Φίλοι. Η παρουσία μας σήμερα εδώ είναι κατάθεση ψυχής στη μνήμη αυτών που χάθηκαν στις αλησμόνητες Πατρίδες του Πόντου και της Μικράς Ασίας∙ είναι γνώση του χρέους μας απέναντι στην ιστορία και, ακόμα, πίστη μας πως το δικαίωμα στη Μνήμη δεν πρέπει να χαθεί∙ «γιατί οι λαοί που έχασαν τη μνήμη τους λησμονήθηκαν και χάθηκαν για πάντα», όπως εύστοχα παρατηρήθηκε και επιβεβαιώνεται, αδιάλειπτα, από την ιστορία.
Το Φεβρουάριο του 1994, η Βουλή των Ελλήνων, με ομόφωνη απόφασή της, καθιέρωσε τη 19η Μαΐου ως ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.
Απόφαση που τιμά όλους αυτούς που την ψήφισαν, αποτίει φόρο τιμής στα θύματα της τραγικής ιστορίας, καλύπτει ένα μεγάλο πολιτικό, εθνικό, ιστορικό και ηθικό κενό και ενισχύει το δίκαιο αγώνα των Ποντίων, όπου γης, για την αναγνώριση της Γενοκτονία από τη διεθνή Κοινότητα και το Τουρκικό κράτος.
Γιατί η καταγραφή της ιστορικής μνήμης της ανθρωπότητας αναδεικνύει τη δημοκρατία, την καθαρή σκέψη και τη θέληση της υπέρβασης των αντιθέσεων∙ επιτρέπει τη συνέχιση της ζωής, σε έναν κόσμο, πραγματικά ελεύθερο, έναν κόσμο που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και αγωνίζεται για να μην υπάρξουν, στο μέλλον, νέες γενοκτονίες.
Εκδηλώσεις, όπως αυτή, που οργάνωσε σήμερα, στον πολύπαθο μικρό Ποντιακό οικισμό του Μπαμπαλιού ο Ποντιακός Σύλλογος «Αξέχαστες Πατρίδες», εκδήλωση για την οποία συγχαίρω θερμά και από αυτή τη θέση, αλλά και ως δάσκαλος για μια πενταετία στο χωριό, φανερώνουν τη συνέχεια της Ελληνικής φυλής στους αιώνες και δείχνουν ότι ο Ποντιακός Ελληνισμός, πιστός θεματοφύλακας της ιστορίας και του πολιτισμού των προγόνων του, συνεχίζει τον αγώνα του, για τη διάσωση και διάδοσή του, στις επόμενες γενιές. Σας ευχαριστώ».
Την ομιλία από του Καθηγητή Λαογραφίας ακολούθησε η κατάθεση στεφάνων στο μνημείο από τους: Δήμαρχο Αμφιλοχίας κύριο Αθανάσιο Τορουνίδη ,
Βουλευτή κύριο Μίλτο Ζαμπάρα,
εκπρόσωπο της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας κύριο Κώνσταντίνο Δαουτίδη,
Πρόεδρο της Κοινότητας Μπαμπαλιού κύριο Αναστάσιο Αποστολάκη,
Πρόεδρο του Συλλόγου «Αξέχαστες Πατρίδες» κύριο Θεοφάνη Κοντοχρήστο
και Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος Εμπεσού Ασστυνόμο Β’ κύριο Χαράλαμπο Κολύδα.
Τα δάφνινα «στεφάνια» είχαν σχήμα αριθμών, και με την σειρά που τοποθετήθηκαν με την κατάθεσή τους στο μνημείο σχημάτισαν τον αριθμό 353.000 όσες ήταν οι ανθρώπινες θυσίες στην Γενοκτονία…
Τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή και τα μέλη της Δημοτικής Φιλαρμονικής Αμφιλοχίας παιάνισαν τον Εθνικό Ύμνο.
Με το πέρας της εκδήλωσης ακολούθησε παραδοσιακό κέρασμα από πλούσιο μπουφέ, με νόστιμα ποντιακά εδέσματα, νερά και αναψυκτικά που πρόσφεραν στους συμμετέχοντες στην εκδήλωση εθελόντριες κυρίες του Συλλόγου.
Ήταν μια όμορφη συγκινητική εκδήλωση ανθρώπων με κοινή καταγωγή και γαλουχημένων από μικρά παιδιά με ιδανικά και ανώτερα αισθήματα για την Ελληνική ιστορία και τις Ελληνικές ρίζες της καταγωγής τους.
Ανθρώπων που δεν έφθασαν στον πόντο από τα βάθη της Ασίας, όπως οι βάρβαρες φυλές που κατοικούν τώρα, αλλά ανθρώπων που πήγαν εκεί από την Αρχαία Ελλάδα και ανέπτυξαν πολιτισμό για χιλιάδες χρόνια, μέχρι που τους τελευταίους αιώνες επέλασε εκεί ο Ασιατικός σκοτεινός χειμώνας του πολιτισμού…
Αν τα δυνατά φώτα στην πλατεία δεν ήταν αναμμένα, όλοι θα βλέπανε λίγο ψηλότερα στον λόφο πάνω από το χωριό, το φως που διακρίνεται εκεί που αιώνες πριν βρισκόταν ο Ιερός Ναός των Αγίων Αποστόλων.
Τώρα τα τελευταία χρόνια τα ερείπιά του «σημάδεψαν» με έναν αναμμένο σταυρό που τοποθέτησαν δραστήριοι νέοι του χωριού.
Εκεί στην τοποθεσία «Παλιοχώρι» βρισκόταν επί Τουρκοκρατίας το χωριό «Ψευτοί» και η εκκλησία του Άγιοι Απόστολοι.
Χάρις στον πρώην Δήμαρχο Αμφιλοχίας και Ιστορικό Συγγραφέα κ. Νικόλαο Χαρ. Τέλωνα και στον Πανεπιστημιακό Καθηγητή κύριο Κώστα Δημ. Κονταξή, η ιστορικότητα της περιοχής έχει καταγραφεί στα βιβλία τους πριν από χρόνια.
Εύχομαι οι μελλοντικοί ερευνητές της τοπικής ιστορίας να ανατρέξουν σ’ αυτά για να βρουν τις απαραίτητες πληροφορίες για τις μελέτες τους, για τον τόπο και τους προγόνους μας που εκδιώχθηκαν το 1806 από τον Γιοσούφ Αράπη του Αλή Πασά και σκόρπισαν σε Μωριά και Ρούμελη κατατρεγμένοι…
Ο Βάλτος ήταν τυχερός που Χριστιανικές οικογένειες με καταγωγή από την Κεπέκκλησια του Ευξείνου Πόντου ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή από όπου πριν ένα αιώνα οι Ψευτοιώτες έφυγαν πρόσφυγες για να γλυτώσουν απ’ τα μαχαίρια των ίδιων εχθρών του Ελληνικού γένους.
Ο Πρόεδρος του χωριού Αναστάσιος Αποστολάκης προσπαθεί πάνω από 15 χρόνια με όλες του τις δυνάμεις προς την εκπλήρωση του σκοπού του που είναι η ανοικοδόμηση του βανδαλισμένου από τους Τούρκους Ναού.
Από χρόνια απευθύνεται στις Δημοτικές Αρχές για να ξεκινήσει μία μελέτη. Ο ίδιος έφερε τον Αρχιτέκτονα κύριο Γεώργιο Τσιρώνη επί τόπου και τον ξενάγησε στον χώρο των ερειπίων. (ο κ. Τσιρώνης είναι ειδικός στην συντήρηση και αποκατάσταση Ιστορικών κτηρίων και έχει κάνει την μελέτη συντήρησης και αποκατάστασης του Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Βαρετάδα Αμφιλοχίας).
Οι Ψευτοί/Παλιοχώρι είναι ένα ιστορικό σημείο για τον Δήμο και τον Νομό, και τώρα 200 χρόνια μετά την Επανάσταση είναι καιρός αυτά τα σημεία να βγουν από την αφάνεια αιώνων, να καθαριστούν από φερτά υλικά και θαμνώδη φυτά, να γίνουν επισκέψιμα μέρη και να βρουν την θέση που τους αξίζει στον Ιστορικό Χάρτη της Ελλάδας.
Αλλά και πέρα από την ιστορικότητα της τοποθεσίας, η θέα από το μέρος αυτό είναι πανέμορφη και θα μένει αξέχαστη σε κάθε επισκέπτη. (Ποιος Έλληνας ή ξένος πέρασε από το Μπαμπαλιό και δεν εντυπωσιάστηκε από το μαγευτικό τοπίο;)
Οι Άγιοι Απόστολοι και το Παλιοχώρι δεσπόζουν στους λόφους δυτικά, πάνω από την γαλάζια λίμνη με τα πράσινα νησάκια, πολύ κοντά στον επαρχιακό δρόμο Αγρινίου-Εμπεσού.
Μόνο τέσσερα χιλιόμετρα πριν την διασταύρωση για Αμφιλοχία. Και μέσα από το Μπαμπαλιό μπορούν να χαραχθούν μονοπάτια διάρκειας μισής-μίας-μιάμισης ώρας-ιδανικά για περπάτημα και κατάλληλα για όλες τις ηλικίες και φυσικές αντοχές.
----------------------------ο----------------------------
Βιογραφικό - Κονταξής Κώστας Δ.
(πληροφορίες από: https://vivliopoleiopataki.gr/persons/view/detail/persons/61154-kontaxis-kostas-d)
Ο Κώστας
Δημ. Κονταξής γεννήθηκε στο Κουτσελιό Ιωαννίνων. Σπούδασε στη Ζωσιμαία
Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων, στη διετή μετεκπαίδευση δασκάλων στο Μαράσλειο
Διδασκαλείο Δημ. Εκπαίδευσης και στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου
Ιωαννίνων.
Παρακολούθησε μαθήματα Γαλλικής γλώσσας και πολιτισμού στο Καθολικό Ινστιτούτο
του Παρισιού και μεταπτυχιακά μαθήματα: Οικονομικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο
της Σορβόννης (Παρίσι Ι), Αρχαιολογία Ελληνιστικών χρόνων στην Ecole pratique
des Hautes Etudes (Πρακτική Σχολή Ανώτατων Σπουδών) του Παρισιού και Κοινωνικής
Ανθρωπολογίας στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociale (Σχολή Ανώτατων
Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες).
Το 1986 αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της
Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με βαθμό "άριστα".
Από το 1966 μέχρι το 1990 υπηρέτησε ως δάσκαλος και διευθυντής σε δημοτικά
σχολεία της περιοχής Αγρινίου και από το 1990 μέχρι το 2003, ως φιλόλογος
καθηγητής σε γυμνάσια και λύκεια του Αγρινίου, διευθυντής γυμνασίου και λυκείου
και Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων. Υπηρέτησε για πολλά χρόνια, το συνδικαλιστικό
κίνημα. Την τετραετία 1983-1987 υπηρέτησε, με απόσπαση, στα ελληνικά σχολεία
του Παρισιού.
Το Σεπτέμβριο του 2003 εκλέχτηκε μέλος ΔΕΠ στη βαθμίδα του Λέκτορα στο
Παιδαγωγικό Τμήμα Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, όπου διδάσκει το
μάθημα της Λαογραφίας.
Εξέδωσε πέντε βιβλία λαογραφικού, κυρίως, περιεχομένου και, για την υποβοήθηση
των φοιτητών του, τέσσερα βιβλία Πανεπιστημιακών παραδόσεων. Μελέτες του,
ιστορικού και λαογραφικού περιεχομένου, δημοσιεύθηκαν κατά καιρούς, σε
περιοδικά και εφημερίδες. Έλαβε μέρος ως εισηγητής σε πανελλαδικά και διεθνή
συνέδρια. Είναι παντρεμένος και έχει δύο κόρες
-----------------------------ο-----------------------------
https://pontosworld.com/index.php/dialect/poems/pontiaka/338-2017-02-20-03-24-48
Η Καμπάνα του Πόντου
Έναν πουλίν,
μαύρον πουλίν, μαύρον άμον την νύχταν,
ολονυχτίς τριγύριζεν ολόγερα ’ς σον Κάστρεν,
’ς σον κάστρεν, ’ς σα καστρότειχα τη μαυρο-Τραπεζούντας,
που έχ’ τα ρίζας ’ς σον γιαλόν και την κορφήν ατ’ ’ς σ’ άστρα
π’ είχεν δέκα καστρόπορτας κι ούλα χαλκοδεμένα,
κι απ’ έξ’ α σα καστρόπορτας, ορμία και ποτάμια,
ντο έδεναν και έλυναν, γεφύρια σιδερένια...
Όλεν ο κάστρεν έλαμπεν, άμον ντο λάμπ’ ο Ήλεν,
και το Παλάτιν έλαμπεν, άμον διαμάντ’ ’ς σον Φέγκον,
τη Βασιλέα το παλάτ’, τοι Κομνηνών φωλέα,
π’ έτον τρανόν και θαμαστόν, κάστρεν απάν’ ’ς σον Κάστρεν.
Κάποτ’ εγέντονε σεισμός, κι η Γη όλεν εσείεν,
κι έναν Δεκαπενταύγουστον, κι έναν μαύρον ημέραν
επάρθαν τα κλειδία θε, κι ο κάστρεν εκρεμίεν...
’Πέμναν τα πόρτας ανοιχτά, το Παλάτ’ δίχως θρόνον
και δίχως τοι παλατιανούς, και χωρίς Βασιλέαν
...κι ο Κάστρεν ο θεόρατον εγέντον κοιμητήρι.
Χρόνια έρθαν και ’δέβανε, καιροί έρθαν και πάγ’νε...
...Έναν πουλίν, μαύρον πουλίν, μαύρον άμον την νύχταν,
ολονυχτίς τριγύριζεν γύρω τα καστροπόδια,
π’ επέμναν έρμα κι άκλερα, γομάτα κολισιάφτρας...
Ολονυχτίς τριγύριζεν, με τα φτερά ’νοιγμένα,
και επεστάθεν την Αυγήν, κι εκάτσεν σ’ έναν άκραν
μονάκριβου παρασταρί, δίχως επανωθύρι,
απομεινάρ’ τη Παλατί, κιντέας ντ’ εγομώθεν.
Τερεί απάν’ τερεί αφκά, τερεί οπίσ’ και έμπρα...
μακρογουλίζ’, καλοτερεί ’ς σ’ Ανατολήν και Δύσην,
[κι αρχινά να φτουλίγεται άμον χέρα γυναίκα,]
κι αρχινά να μοιρολογά, μ’ ανθρώπινον λαλίαν...
«Εσείν πλακία άχαρα, μάρμαρα απαρδάλα,
με μονοκέφαλους Αετούς και Μίτρας Βασιλεάδων
μ’ εγκόλπια Πατριαρχών, και Σταυρά Δεσποτάδων,
με τα σπαθία στρατηγών, παντέρας καπετάνιων.
Μάρμαρα, ντο σκεπάζετεν ολόεν έναν Έθνος
αποσκεπάστεν βλαβικά τ’ άγια τα ταφία.
Το χώμαν θ’ ευκαιρώνει ατο τ’ ανάλαφρον αέρας,
ντ’ εβγαίν’ α σο ανάσυρμαν κι α σο μαύρον το κλάμαν,
...ν’ εβγαίνε οι αποθαμέν’, οι ζωντανοί ν’ εμπαίνε...
»Οι ζωντανοί π’ εφήκανε τον τόπον ντ’ εγεννέθαν
και εφορτώθαν τα στενά τα νεκρικά κασέλας
κ’ εφόρεσαν τα σάβανα, κι εσέβανε ’ς σην στράταν,
’ς σην στράταν την αγύριστον, ντο πάει και πίσ’ ’κ’ έρται!
»... Ο Ουρανόν ελίβωσεν, και παραχαμηλώνει,
αέρας παρεπύκνωσεν κι εγέντον άμον δείσαν.
Τα ράχια εγομώθανε, τα κάμπους και τ’ ορμία
τα ακρογιάλια τα υγρά και τα ξερά τουμπία,
καπνόν α σο θυμίαμαν, λιβάνι μυρωδίαν,
βοήν Κατάρας, και βοήν Θεού παρακαλίας.
»Ν’ αοιλί εμέν... εσκέρχουνταν... Ν’ αοιλί εμέν... εφάνθαν!...
Έμπρα πάν’ οι κοδέσπενες, έμπρα και οι νυφάδες,
μοιρολογούν νοικοκυρές και κλαίγ’νε τα κορτσόπα
και ακλουθάνε οι αγούρ’, οι γέρ’ και τα παιδόπα.
»Σίτ’ κλαίγ’νε, σίτα ανασύρ’ν και σίτα καταρούνταν,
»τα ραχία π’ αντιβοούν, τα κάμπους π’ αφουκρούνταν,
εθαρρείς κι λαΐσκουνταν, εθαρρείς και λαταρίζ’νε,
εθαρρείς κι εχπάστανε κι εκείνα, και σουμώνε...
»Ν’ αοιλί εμέν, να βάϊ εμέν... Τ’ ομμάτια μ’ ντο ελέπ’νε!...
»Αποθαμέν’ πώς πορπατούν κι εφτάγ’νε λιτανείαν,
με τ’ Άγια τα ’ξαπτέρυγα, μ’ αφμένα τα κερία,
με τα ξυλένια τα σταυρά, ’ς σα λείμψανα ντ’ εβγάλνε,
μακρέα... μαύρα... και τρανά... ψηλ’ άμον κυπαρίσσα».
Τ’ς είνε ατοίν,
π’ εγόμωσαν τη Ζύγανας την στράταν;
κι η στράτα εγέντονε ποτάμ’ α σα πολλά τα δάκρα;
Τ’ ελάτα δάκρα έπιγαν κι εγένταν κυπαρέσα
και γονατίζ’ η Ζύγανα, ’ς ση καμονής το βάρος...
Άμον γέρος χιλιόχρονος, το Καν το ασημένεν
πάει εμπροστά και ακ’λουθούν η Χάκαξα κ’ η Άτρα,
η Χάρσερα, η Χερίανα, η Άρδασα, η Χόπσα
με τα χωρία τα μικρά, με τα κεφαλοχώρα
με τ’ εγκλησίας τα πολλά και με τα Μαναστήρα.
Ο Αεσέρτς φυτρών’ ανθρώπ’ς και το Γουλάτ’ ισκιάδες,
το μαύρον το Καράκαπαν κι άλλο μαύρον εγέντον.
Εμπροδιαβαίνει το Σταυρίν, η Μούζαινα ’κλ’ουθά το,
με το Παρτίν, τη Βαρενού και το Λυκάστ’ εντάμαν,
η Μασούρα και τη Ζαντόν τ’ Αγεργή το χωρίον,
κι ούλια τα κάστρα και τα τόπ’ς, ολόγερα ντ’ εκείσαν.
Ο Κασκαμπάς εβούιξεν και το Μετζίτ εσείεν,
και τ’ Αεν-Παύλου το ραχίν, τρανόν μποράν εξέγκεν,
εταρασίγαν τα νερά τη Λιμνή κι εφουσκώθαν
κι εξύγαν έξ’ κι εγόμωσαν μαύρον νερόν τον τόπον...
Απέσ’ ’ς σην δείσαν έκλαιεν ο Αεν-Ζαχαρέας,
άμον οφιδί σύριγμαν και Κόλασης αέρας
το κλάψιμον· εγόμωσεν ολόγερα τ’ ορμία...
...Εγρέθεν α σο σύριγμαν η δείσα, και εσκώθεν...
Θεέ μ’! Τ’ς είναι π’ εφάνθανε κι εσέβανε ’ς σην στράταν;
Η Κρώμ’ τη χαράς το πουλίν, τη τραγωδί’ η μάνα,
μωρού κασέλαν έχτισεν, α ση λύρας το ξύλον,
εποίκεν φορτοδέματα τη κεμεντζές τα κόρδας,
εφορτώθεν, η άκλερος, το λείμψανον τη ψής ατ’ς...
κι ερχίνεσεν το κλάψιμον και την μοιρολογίαν...
Αεν-Παύλον εκλείστεν κά’, ο Ταύρον εγονάτσεν,
ο Κασκαμπάς χαμήλωσεν, το Μετζίτ εκουράεν,
και τα Καμένα τ’ έρημα στέκ’νε και αφουκρούνταν...
Αφουκρούνταν, και θλίφκουνταν, και κλαίγ’νε ούλ’ εντάμαν...
«Θε μ’, δείξον την δύναμη Σ’!... Χριστέ μ’ ποίσον το θάμα Σ’!
Ποίσον με πέτρινον κρεμόν, άμον τ’ Αλογοστάρα,
Ποίσον με πράσινον λειβάδ’ άμον τα Λειβαδία,
Ποίσον μ’ ασάλευτον ραχίν, άμον τον Αεν-Παύλον.
»Να μη ’πορώ και πορπατώ, ’ς σον τόπο μ’ ν’ απομένω...
»Έχω κεπί(α) απότιστα, αθέριστα χωράφια...
Έχω πρόατ’ ανάλμεχτα, κ’ εγίδια να αλμέγω.
Τα χτήνα μ’ θέλ’νε το πλυμίν, ροΐν θέλ’νε τ’ αρνία μ’!
Τα σκυλία μ’ γουρνιάγουνταν και το μαλέζ’ περμένε...
’Φήκα τα πόρτας ανοιχτά, πόρτας και παραθύρια
θ’ εμπαίν’ αέρας κι άνεμον και θα βζύν’ την καντήλαν.
»Θεέ μ’! Δείξον τη δύναμη Σ’! Χριστέ μ’ ποίσον το θάμα Σ’!
Ποίσον με ποταμόπετραν βαρύν τη καταράχτε,
Ποίσον με σπέλιας κατωθύρ’ ’ς σην Γην καταχωμένον,
Ποίσον μ’, αν θέλ’τς, μικρόν λιθάρ’, αν θέλ’τς, ποίσον με χώμαν.
Θεέ μ’... ποίσον με ίντιαν θέλ’τς... Μόνον ’ς σον τόπο μ’ άφ’ς με!
»Άφ’ς με αδά να θάφκουμαι ’ς σον τόπον ντ’ εγεννέθα,
’ς σο μνήμαν όμπου έθαψα την μάνα μ’ και τον κύρη μ’...».
Σίτ’ έλεγεν, σίτ’ έκλαιγεν και σίτα ενεσύρνεν,
έρθεν και παραστέκει ατεν η καλοαδελφή ατς,
οικοκυρά η Γίμερα, α σα κοφρακοφώλια,
α σον Αγιάννεν ντ’ αρχινούν, κι έρχουνταν ’ς ση Σαράντων...
Τα δάκρυα τουν ενώθανε, κι εγέντανε ποτάμι...
κι εποταμίγαν ’ς σο ποτάμ’, ’ς σην δακροχαλαρδίαν...
Η χαλαρδία
εγρίλεψεν ολόεν την Ματσούκαν,
επέρεν την Λαραχανήν, ’ς ση Κουσπιδή εξύεν...
Εσείεν το Καπίκιοϊν, η Λιβερά ’χαλάεν,
έρθεν κα η Δανίαχα και ούλια τα χωρία,
ντ’ ευρίουσαν δεξιά-ζερβά ’ς σα δύο τα ποτάμια,
... Εκεί έρθεν κι η Σουμελά, κι ο Βαζελώντς Αγιάννες.
’Σ σην Ζύγαναν που έσανε και ’ς σο Κουλάτ π’ εφάνθαν,
έρθαν και κοντοστάθανε και με τοι άλλτ’ς ενώθαν,
ενώθαν τα κλαψίματα και τα μοιρολογίας,
κι εσκέπασαν τη ποταμί το βόεμαν το άγρεν.
Απ’ έναν-έναν σείσκουνταν, απ’ έναν-έναν ρούζ’νε,
τοι χωρίων τα εγκλησιάς και τα καμπαναρία.
Τα καμπάνας ραγίσκουνταν, τα σήμαντρα τσακούνταν...
...Και κρούγ’νε χίλια σήμαντρα, και μύρια καμπάνας...
Τα ράχα εγκαλιάστανε, τ’ υστερνόν την λαλίαν
ντ’ εφήκανε τα σήμαντρα, ντ’ εφήκαν τα καμπάνας,
και κάθαν χτύπον έκρυψαν ’ς σα σπέλα τα βαθέα,
ν’ ακούγ’ν σήμαντρα «τη Χριστού» και την Λαμπρήν καμπάναν.
Ο Ήλεν να άφ’τ’ το κερίν, κι ο Φέγγον τα καντήλας,
και τ’ άστρα κι ο Αυγερινόν, ν’ άφ’νε τα μανουάλια...
να λειτουργίουνταν οι Νέοι, οι Γέρ’ που επεστάθαν
και οι Γυναίκ’ και τα Μωρά, π’ επέμναν και ’κ’ ετάφαν...
και ούλ’ εκείν’, ’ς ση χαμονής ’ς σην στράταν που εχάθαν...
Ενώθαν τα κλαψίματα και τα μοιρολογίας,
ενώθαν ούλ’... κι επήρανε τη ποταμί τον δρόμον...
Η στράτα παρεστένευεν και οι διαβάτ’ ’κ’ εχώρ’ναν.
Σε κάθε βήμαν και ποδάρ’ έρχουσαν κι άλλ’ κι ενούσαν,
α σα χωρία τα μικρά και τα κεφαλοχώρια,
α σα ψηλά, ’ς σα χαμελά, και ας σα ποταμάκρα...
Η Σάντα η περήφανος, η δεισοποτισμέντσα,
οπίσ’ α σην Γαλίαναν μοιρολογά και έρται,
εντάμωσαν την Όλασσαν ’ς ση Τρίχας το γεφύρι,
επέρνιξανε το ποτάμ’ και με τοι άλλτ’ς ενώθαν...
Εσκώθεν θρήνος και κλαυθμός την ώραν ντ’ ενταμώθαν...
Τα δέντρα εχαμήλωσαν κι εντούναν τα κλαδία,
τα πέτρας ενεστέναζαν κι έκλαιγαν τα ποτάμια,
κι η Σουμελά, κι ο Βαζελώντς κι ο Περιστερεώτας
πάγ’νε μπροστά και ευλογούν, πάγν’ από πίσ’ και κλαίγ’νε.
... Κλαίγνε τα τόπ’ς ντ’ επέθαναν, τ’ ανθρώπ’ς π’ εμαυροζήναν.
Έφτασαν απάν’ ’ς σο Τουμπίν, κ’ η θάλασσα εφάνθεν...
Α σο Τουμπίν ως το Γεφύρ’ ο τόπον εγομώθεν,
σταυρά και εξαπτέρυγα χρυσά και ασημένια...
και ’κ’ έσανε μόνον χρυσά, έσανε και ξυλένια
μαύρα άμον τη Θανατή, τρανά άμον τη Χάρου.
Αντικρύζει ατς η Θάλασσα, κι ανατριχάζ’ το κύμαν.
Αφροί πίσσα εγέντανε, και το νερόν κατράμι...
Εσκέπασανε το γιαλόν σαντάλια και καράβια,
τα λαλάτσια τ’ ακρογιαλί και τη γιαλού τα πέτρας
ούλα ανθρώπ’ εγέντανε κι εξύαν ’ς σην Διαφούνταν,
εξύαν ’ς σον Αεγοργόρ, και ’ς σην Αεμαρίναν,
και ’κί άλλο πλαν’ ’ς σην ’Παπαντήν και ’ς σο παλέν τον Μώλον.
Η θάλασσα τ’ Εξώτειχα, άλλα κουνίζ’ καράβια
άλλα σαντάλια έραξαν ’ς σ’ έρημον το γιαλόν ατς...
Και το φαρδύν και το πλατύν εκείνο περιγιάλι
’κ’ εφαίνουτον α σοι ανθρώπ’ς, π’ εξέβαν α σα βίας...
Εκεί άραξεν το Σινάπ’, τοι καραβιών η μάνα
εκεί άραξεν το Σαμψόν το θαλασσοδαρμένον·
έμπρα έχ’ την Αμάσειαν κι οπίσ’ έρται η Μπάφρα
με τ’ ούλια τα αρχοντικά τη κάμπου τα χωρία.
Η Ορτού, η πεντάμορφη η χρυσονοικοκύρα,
η Ούνγια το θαλασσοπούλ’, η Ούνγια η μικρέσσα,
η Κερασούντα η χλοερή, η λεφτοκαρομάνα,
η Τρίπολη που στέκ’ ψηλά, τη θάλασσας αφέντρια
η Ελεβή το ήσυχον μικρόν θαλασσοχώρι
τα Πλάτανα με το τρανόν και ξακουστόν λιμάνι...
Ούλια ατά τ’ ατίμετα, τ’ άξια χρυσοπούλια,
άμον κορόνας, ντ’ έδεξεν ο λίβας κι η φουρτούνα
έφυγαν, έρθαν, ’κάτσανε ’ς σ’ Εξώτειχας ’ς σην στράταν,
’ς σην στράταν τη Καστρόπορτας, ντο σύρ’ κι εμπαίν’ ’ς σον Κάστρεν.
Ο Αε-Σάββας κρυφοκλαίει, κι Αε-Φίλ’πον στενάζει
όνταν ελέπ’νε να σουμών’ τ’ άκλερα τα καράβια
π’ είχαν πανία ολόμαυρα, σκοινία οφειδένια,
π’ είχαν κατάρτια άμον σταυρά, μαύρα κι αραχνιασμένα,
π’ έρθαν α σην Ανατολήν, με θάνατου παντέραν.
Η Όφ’ με τα χωρία θε, με τ’ έμορφα λαγκάδα
τα κρύα ποταμόνερα, τα ήμερ’ ακρογιάλια
π’ είχεν τζαμία ντ’ έκρυφταν εικόνας αγιασμένα
π’ είχεν μολλάδες Χριστιανούς, χοτζάδες βαφτισμένους
εκλείδωσεν τα εγκλησιάς κ’ επήρεν τ’ ανοιγάρια
’πήρεν α σο μαυρόχωμαν, κι α σο άσπρον την πέτραν
κ’ έρθεν με τα φελούκα ατς, κι άραξεν ’ς σην Διαφούνταν!
Το πορτοκαλολείβαδον, το πράσινον το Ρίζον,
εφήκεν τα νεράτζια θε, τα χρυσοπορτοκάλια,
ετυλίγεν τα φύλλα τουν, σάβανα μυρωμένα,
κι έρθεν με τ’ άλλτ’ς, έρθεν με τ’ ούλτ’ς, ’ς σο μαύρον τ’ ακρογιάλι.
Έρθανε και τα Σούρμενα, με τα πολλά καΐκια,
με τοι πολλούς τοι ξενητειάντς, με τοι καλούς ψαλτάδες
έρθανε και εξύγανε, κι εγόμωσαν τα στράτας,
κι ενώθανε με τ’ αλλουνούς, π’ έρθαν ας σα ραχία...
Ν’ αοιλί εμέν... να βάϊ εμέν... ντο είν’ ατά ντ’ ελέπω!
Ούλ’ επέλεκαν τον γιαλόν κι εφήκαν τα τουμπία·
εκείν’ π’ έγκεν Ανατολή, κι άλλ’ π’ έφερεν η Δύση,
εκείν’ π’ έρθαν α σα ψηλά, κι άλλ’ α σα θαλασσάκρια,
π’ έρθαν α σα γειτονοτόπ’ς, και α σα σιμοχώρια,
ενώθανε και έβαλαν ’ς σην μέσ’ την Τραπεζούνταν...
Η Τραπεζούντα η κυρά, Βασίλισσα κι αφέντρια
χιλέχρονος νοικοκυρά και πάντα νέησα νύφε,
δοξασμέντσα και ξακουστή κι ελεύτερη και σκλάβα,
τα μαλλία τς εξάσπρισαν, τ’ ομμάτια τς εθολώθαν
την ώραν ντο εντίκρυσεν ατόσα... καμονάντας...
Μαύρα εφόρνεν λώματα, μαύρον μαντήλ’ ’ς σ’ ωμία τς,
μαύρον ζωνάρ’ ’ς σην μέσεν ατς, και κόκκινα σαντάλια...
Εγκαλιάστεν ατς ουλουνούς, με την ψην και τ’ ομμάτια,
κι αμίλετοι κι εκείν’ κι Ατέ, ’ς σα κάστρια ανεφόρτσαν.
Εποίκαν τόπον, ένοιξαν κι Εκείνε εμπροδέβεν,
ψηλή, λεγνή, περήφανη, Λαραχανής ελάτη...
Από Θεού ερχίνεσαν να κρούγ’νε τα καμπάνας,
χωρίς Δεσπότ’ διαταγήν και Διάκου συνεργίαν...
Αγέρτς κ’ η Θεοσκέπαστος και η Αγιά Μαρίνα
ερχίνεσαν με τα μικρά, τ’ ελαφρά καμπανόπα,
με τα βαρέα, τα τρανά τ’ Εξώτειχα Αγιάννες,
εβρόντεσεν Αε-Γοργόρτς, βοά Αε-Βασίλης,
Υπαπαντή και ο Χριστόν, κι Αε-Γιάννες τη Διαφούντας...
Εξέγκεν λάμψιν θεϊκόν, τ’ Αγια-Σοφιάς ο τρούλον
ο Άγιος Ευγένιος έλαμψεν άμον Ήλες,
αστράφτ’ η Χρυσοκέφαλος κι αντιφεγγίζ’ το Κάστρεν,
Αε-Φίλ’πον λαμποκοπά κι η θάλασσα ασημούται...
Τ’ Ελεούσας αποθαμέν’, έψανε τα κερία...
και τ’ Αε-Σάββα φώταξεν, το τρανόν η καντήλα...
Τ’ ερημοκλήσια τα μικρά, κι ούλια τα παρεκκλήσια
εφώταζαν... κι εφώτιζαν... ’ς σην Γην άστρα εγένταν...
Καμπάνας μικρά και τρανά, ούλια έναν εγένταν.
Έναν καμπάναν κρεμαστόν α σ’ ουρανού την μέσεν
αργοσαλεύ’ και αργοκρούει απάν’ ’ς σην Τραπεζούνταν...
και κρύφτ’ τον Ήλεν α σ’ ανθρώπ’ς, το Κάστρεν α σον Ήλεν.
Κλαίει το καμπανοχτύπεμαν κι αντιδονίζ’ν τα κάστρα
τη καμπάνας το μοιρολόι, ντο κλαίει την Τραπεζούνταν.
Απάν ’ς αγοίκον λείμψανον, αγοίκον κρούει καμπάνα...
Ακόμαν έτον μεσημέρ’τς κι ερούξεν η σκοτία.
Ούλια μαύρα εγέντανε ’ς σην Γην και ’ς σα Ουράνια,
εβζύγαν τ’ άστρια τη νυχτός, και τ’ άστρεν τη ημέρας,
και οι ανθρώπ’ εφαίνουσαν φαντάσματα κ’ ισκιάδες
και νια λαλίαν έκουγες, και νια ζωής ανιάσμαν...
Έφτασαν ’ς σον Καστρότοιχον... Ερχίνεσαν ν’ εμπαίνε...
Τρανόν φωνήν, τρανόν βοήν αέρας εγομώθεν.
’Σ σην αρχήν άμον ντο μουγκρίζ’ν τα βούδια απέσ’ ’ς σην δείσαν
ύστερα άμον θάλασσας βοετόν και φουρτούνα...
άμον τα όρα α σον σεισμόν ντο ρούζ’νε και κυλίουν...
Άμον χίλια βροντέματα και χίλια χαλαρδίας...
Τρανόν φωνήν... Τρανόν βοήν... Οργή... και Παρακάλια...
«Ανοίξτεν νέα μνήματα και παλαιά ταφία,
ανοίξτεν σιδερόπορτας τη Άδ’ αραχνιασμένα,
ανοίξτεν κλειστά στόματα, δίχως γλώσσαν και χείλα
ανοίξτεν χέρια άκλερα και αγκάλιας οστουδένια...
έσκέρται τ’ αίμαν το χουλέν, ντ’ εφέκετεν ’ς σον κόσμον...
»Ο Θάνατον και η Ζωή, αγκαλιασμέν’ ας κείνταν...
»Μανάδες που εφήκετεν πόρτας καρακωμένα,
κυρούδες που περμένε σας ακόμαν τ’ ορφανά σουν
αδελφόπα που κλαίγ’νε σας αδέλφια κι αδελφάδες,
παιδία που εφέκετεν έκλερους κύρ’ και μάναν...
Άντρα, π’ εφέκες άχαρον και χέραν την γυναίκα σ’,
κοδέσπενα π’ απώλεκες τον σύντροφο σ’ ’ς σην χώραν...
»Ούλ’ που εσέβετεν ’ς σην Γην, κι εσέβετεν ’ς σο χώμαν,
’ς σο χώμαν, τη Γενιάς εσουν κτήμαν, καιρούς και χρόνια,
πάππον προς πάππον, ελαφρόν, γονέον προς γονέον...
κληρονομία α σον Θεόν και α σα γονικά σουν,
το χώμαν ντ’ επερμένε σας, κι εμάς πα επερμένεν...
»Σκωσέστε ατο, με το κιφάλ’ με τα στουδένια ωμία,
σείστ’ ατο με τα γόνατα, με τη χερί τα στούδια...
κι εβγάτεν α σα μνήματα, εβγάτ’ α σα ταφία...
Εβγάτεν οι αποθαμέν’... Οι ζωντανοί θ’ εμπαίνε...
»Εγέντονε Συντέλεια, Δευτέρα Παρουσία...
εχπάγαν κι εκρεμίγανε τα δέντρα α σα ρίζας
η ρίζα εγέντονε κορφή, και η κορφή ’ς σο χώμαν...
Απάν’-αφκά εγύρτσανε τα ράχα και τα κάμπους...
Τα ποτάμια εκλώστανε, πάγ’ν ’ς σα πεγαδομάτια.
»Δέχν’ α σο σπίτια τουν τ’ ανθρώπ’ς, τ’ Άγ’ς α σα εγκλησίας
και νια ’ς σα σπέλα αφήν’ εμας και νια ’ς σα ραχορμία,
νια ’ς σα ομάλα τ’ ήμερα, και νια σ’ ορμάνα τ’ άγρα.
»Ουρανόν επεδέβε μας, κι η μαύρη Γη ’κί σκών’ μας...
η Θάλασσα επέμνε μας, το πέλαγος περμέν’ μας...
»Η μαυρο-θάλασσα υγρόν, κι ο βυθόν δίχως χώμαν,
εκεί ταφίν ’κί ανοίγεται, μνήμαν ’κί στερεούται,
εκεί κερί ’κί άφκεται, θυμίαμαν ’κί καίει
μνημόσυνον ’κί γίνεται, και σταυρόν πού να καρφούται...
»Το χώμαν ντ’ εγκαλιάστε σας εμάς πα να σκεπάζ’ μας...
η βρεχή τ’ Ουρανού εμουν να ρούζ’ και να δροσίζ’ μας...
ο Ήλεν τη ραχί εμουν ν’ εβγαίν’ και να χουλαίν’ μας
το κοιμητήρ’ να πρασινίζ’, να σκουτουλίζ’ το χώμαν,
μανουσάκια την Άνοιξιν, τουτουγιάδες το Θέρος,
μάραντα τον Μοθόπωρον, τον Χειμωγκόν λιβάνι...
»Τζίξτε μας Εσείν... Τζίξτε μας... το αίμαν εσουν είμες...
Βασιλιάδες κι Αρχιερείς, Όσιοι κι Αγιασμένοι
ποισέστεν τόπον και ’ς εμάς... ν’ εμπαίνομε να κείμες...
Για ’βγάτεν και αφήστε μας εύκαιρα τα ταφία.
»Εβγάτεν οι αποθαμέν’... οι ζωντανοί... θ’ εμπαίνε...».
Ο λόγον ’κ’ ετελείωσεν και η βοή ’κ’ εστάθεν·
έστραψεν και εβρόντεσεν κ’ εσείγανε τα κάστρα...
Απάν’ α σον Καστρότοιχον, κι απάν’ α σο Παλάτι,
τη Παναγίας το Ζωνάρ’ τ’ εφτάχρωμον επλώθεν
και έλαμψεν η Θάλασσα, η Γη και τα Ουράνια.
Απέσ’ κι απάν ’ς σα χώματα, ’ς σην μέσ’ τη φωτασίας
’φάνθεν η Χρυσοκέφαλος με τον Χριστόν ’ς σα χέρια.
Μαργαριτάρια έλαμπαν ’ς σην άκριαν τ’ ομματία τς
ντ’ εγύριζαν και ολουνούς ετέρνανε θλιμμένα
κι ολόγερα τς, επέταναν χίλιοι μύρ’οι αγγέλοι.
Ερούξαν ούλ’ ’ς σα γόνατα, κ’ εποίνανε μετάνοιας.
Εψάλνανε το «Ωσαννά» και το «Τη Υπερμάχω...».
Εντάμαν ψάλ’νε κι οι αγγέλ’. Και ξαν κρου’ν τα καμπάνας...
...Κι ακούγεται από ψηλά, ψηλά α σα Ουράνια,
έναν φωνήν, τρανόν φωνήν, σαν απ’ αγγέλου στόμαν.
«Αποθαμέν’ θα απομέν’, αδά όπου ετάφαν
χιλιάδες χρόνια φύλακες, και μέρες μυριάδες...
και άλλ’ ατόσα κι αν διαβαίν’, θα μέν’ και θα περμέν’νε,
θα αναμένε την Λαμπρήν και το Χριστός Ανέστη...
Θα αναμέν’ν τον γυρισμόν και τη Ξενητεμένε.
»Εσάς αλλού θα στείλω σας, άλλο λαλεί σας χώμαν...
άλλο γραμμένον έχετεν, κι η Μοίρα σουν έν’ άλλο.
»Με την ευχή μ’... Με την ευχή μ’... και με την ευλογία μ’...
’Σ σο καλόν και ο δρόμος σουν, ομάλ’ και μέλ’ και γάλαν
Ο δρόμον ντο ευλόγεσα, η στράτα ντο ευχέθα
Θα έν’ στράτα και γυρισμού κι Όρομαν Ξενητέα».
Από Θεού ξαν έρχεψαν να κρούγ’νε τα καμπάνας,
χωρίς Δεσπότ’ διαταγήν και Διάκου συνεργίαν.
Καμπάνας μικρά και τρανά, κρούγ’ν δοξολογίαν.
Το έναν κρούει και τραγωδεί, το άλλο κρούει και κλαίει
κι ασ’ όλον το τρανύτερον βαρυαναστενάζει
ντο ’κ’ έχ’ ανθρώπς ν’ ακούγν’ ατο, ποπάν ν’ εφτάει μετάνοιας.
Χρόνια έρθαν κι επέρασαν, καιροί έρθαν και πάγ’νε
και η καμπάνα το τρανόν, αναμέν’..., δίχως γλώσσαν...
Εμπαίν’ αέρας και βοά, άνεμος και μουγκρίζει
εμπαίν’ ευχάς και τραγωδεί, μπαίν’νε κατάρας κλαίει,
Εμπαίν’νε και τ’ ορόματα τ’ ημέρας και τη νύχτας,
και κρούει... και κλαίει... και τραγωδεί, και θλίφκεται ο Κόσμον...
----------------------ο---------------------
Ακολουθεί η ελεύθερη Ελληνική μετάφραση του Θωμά Ακριτίδη
«Ένα πουλί, μαύρο
πουλί, μαύρο όπως η νύχτα,
ολονυχτίς τριγύριζε ολόγυρα στο κάστρο,
στο κάστρο, στα καστρότειχα, της μαυρο-Τραπεζούντας,
πούχε τις ρίζες στο γιαλό και την κορφή του στ’ άστρα,
πούχε δέκα καστρόπορτες κι όλες χαλκοδεμένες,
κι απέξω απ’ τις καστρόπορτες, ορμάνια* και ποτάμια,
που έδεναν και έλυναν, γιοφύρια σιδερένια…
Όλο το κάστρο έλαμπε, σαν όπως λάμπει ο ήλιος,
και το παλάτι άστραφτε, σαν φεγγαροδιαμάντι,
του βασιλιά το ανάκτορο, των Κομνηνών φωλέα
που ήταν τρανή και θαυμαστή, κάστρο πάνω στο κάστρο…
Κάποτε έγινε σεισμός κι η γης όλη εσείστη
κι έναν Δεκαπενταύγουστο και μία μαύρη μέρα
πήραν τα καστροκλείδια του, το κάστρο εγκρεμίστη…
μείναν οι πόρτες ανοιχτές, παλάτι δίχως θρόνο,
και δίχως τους παλατιανούς και δίχως βασιλέα
… το κάστρο το θεόρατο έγινε κοιμητήρι…
Χρόνια ήρθαν και φύγανε, καιροί ήρθαν και πάνε…
…ένα πουλί, μαύρο πουλί, μαύρο όπως η νύχτα,
ολονυχτίς τριγύριζε γύρω στα καστροπόδια,
που έμεναν έρμα κι άκληρα, παντού σαύρες γεμάτα…
Ολονυχτίς τριγύριζε, με τα φτερά ανοιγμένα,
και την αυγή σταμάτησε κι έκατσε σε μιαν άκρη
μονάκριβου όρθιου καδρονιού, δίχως επανωθύρι,
απομεινάρι παλατιού, που γέμισε τσουκνίδες…
Κοιτάει επάνω, χαμηλά, κοιτάει εμπρός και πίσω…
τεντώνει πέρα το λαιμό σ’ Ανατολή και Δύση,
κι ευθύς ξεπουπουλιάζεται ωσάν γυναίκα χήρα,
κι αρχίζει να μοιρολογά μ’ ανθρώπινη ομιλία...
“Εσείς οι πλάκες οι άχαρες, μάρμαρ’ αφορισμένα,
"με μονοκέφαλους αητούς και μίτρες βασιλιάδων
"μ’ εγκόλπια πατριαρχών και σταυρούς δεσποτάδων,
"με τα σπαθιά από στρατηγούς, λάβαρα καπετάνιων...
"Μάρμαρα τι σκεπάζετε ολόκληρο ένα έθνος,
"αποσκεπάστ’ ευλαβικά τους άγιους τους τάφους.
"Το χώμα ν’ ανασηκωθεί μ’ ανάλαφρο αέρα,
"που βγαίνει απ’ τ’ αναφυλητό κι από το μαύρο κλάμα,
"για να’ βγουν οι αποθαμέν’ κι οι ζωντανοί να μπούνε…
"Οι ζωντανοί που αφήσανε την γη την γενεθλία
"και φορτωθήκαν τις στενές, τις νεκρικές κασέλες,
"και φόρεσαν τα σάβανα και μπήκανε στο δρόμο,
"στο δρόμο τον αγύριστο και στου χαμού τον δρόμο...
«…Ο ουρανός εμαύρισε και παραχαμηλώνει,
ο αγέρας παραπύκνωσε κι έγινε σαν ομίχλη,
και τα βουνά γιομίσανε, οι ρεματιές κι οι κάμποι
τα ακρογιάλια τα υγρά και οι ξεροί οι λόφοι,
καπνό από θυμίαμα και μύρο από λιβάνι,
βοή κατάρας φοβερή, βοή Θεού ικεσίας.
«Αλλοίμονό μου, αχ κι έρχονται.. Αλλοίμονο…φανήκαν...
«Μπροστά πάν' οι ‘κοδέσποινες, μπροστά και οι νυφάδες
«μοιρολογούν νοικοκυρές και κλαίνε τα κορίτσια
«κι ακολουθούνε οι αντροί, γέροι και παιδοπούλια.
«Καθώς δακρύζουν με λυγμούς, κλάματα και κατάρες,
«οι βράχοι που αντιλαλούν, οι κάμποι που αφουγκράζουν,
«θαρρείς κι ανασηκώνονται, θαρρείς κι ανασαλεύουν,
«θαρρείς πως επιαστήκανε κι’ εκείνοι και σιμώνουν…
«Κρίμα σ’ εμέ κι αλλοίμονο… Τα μάτια μου τι βλέπουν…
«Πως περπατούνε οι νεκροί και κάνουν λιτανεία,
"με τ’ άγια τα εξαπτέρυγα, με τα κεριά αναμμένα,
"με τους σταυρούς τους ξύλινους, στα λείψανα που βγάζουν
"μακρυά…μαύρα…και τρανά, ψηλά σαν κυπαρίσσια.»
Ποιοι είν’ αυτοί που γέμισαν της Ζύγανας τη στράτα
κι έγινε η στράτα ποταμός απ’ τα πολλά τα δάκρυα;
τα ελάτια δάκρυα πίνανε κι έγιναν κυπαρίσσια
και την εγονατίσανε απ’ του καημού το βάρος…
Σαν γέρος χιλι-ό-χρονος, το Καν το ασημένιο
πάει μπροστά κι ακολουθούν η Χάκαξα κι η Άτρα,
η Χάρσερα, η Χερίανα, η Άρδασα, η Χόπσα
με τα χωριά τους τα μικρά, με τα κεφαλοχώρια
με τις πολλές τις εκκλησιές και με τα μοναστήρια...
Ο Αη Γιωργης τα παιδιά γεννά, σκιές γεννά ο Γουλάτης
το μαύρο το Καράκαπα κι άλλο πιο μαύρο εγίνη,
μπροστά πηγαίνει το Σταυρί κι η Μούζαιν’ από πίσω
με το Παρτί, τη Βαρενού και το Λυκάστ παρέα...
μαζί η Μασούρα πιο μπροστά και το χωριό του Άη Γιώργη,
κι όλα τα κάστρα και χωριά, που βρίσκονταν τριγύρω...
Ο Κασκαμπάς εβούϊξε, σείστηκε το Μετζίτι,
και στου Άη Παύλου το βουνό, μεγάλη μπόρα εγίνη
και ταραχτήκαν τα νερά της λίμνης και φουσκώσαν
και χύθηκαν και γέμισαν μαύρο νερό τον τόπο…
Μέσ’ στην αντάρα έκλαιγε ο Άη Ζαχαρίας,
σαν του φιδιού το σφύριγμα και Κόλασης αέρα
το κλάψιμο εγέμισε όλα τα γύρω δάση…
…Αγρίεψε απ’ το σφύριγμα η ομίχλη και διελύθη…
Θέ μου! Ποιοι νάναι που φανήκανε και μπήκανε στη στράτα;
Η Κρώμνη της χαράς πουλί, του τραγουδιού η μάννα,
Μωρού κασέλα έφτιαξε, από της λύρας ξύλο,
Έφτιαξε χίλια δέματα απ’ τις χορδές της λύρας,
Κι η άμοιρη φορτώθηκε την κάσα της ψυχής της…
Και αρχίνισε το κλάψιμο και τη μοιρολογία…
Ο Άη Παύλος έσκυψε, γονάτισε ο Ταύρος,
Το Μετζίτι χαμήλωσε, ο Κασκαμπάς γκρεμίστη,
Και τα Καμένα τα έρημα στέκουν και αφουγκράζουν…
Αφουγκράζουν και θλίβονται, και κλαίν όλοι αντάμα…
«Δείξε μας Θέ μ’ την δύναμη’ ς!… Χριστέ'μ κάνε το θάμα’ ς!
»Κάνε με πέτρινο γκρεμό, σαν τα Αλογοστάρια,
»Κάνε με πράσινη πλαγιά, σαν όπως τα Λειβάδια,
»Κάνε με ασάλευτο βουνό, σαν όπως τον Άη Παύλο.
»Να μην μπορώ να περπατώ, στον τόπο μου να μείνω…
»Τους κήπους μου έχω απότιστους, αθέριστα χωράφια…
»Πρόβατα έχω ανάρμεχτα, και γίδια να αρμέξω,
»γελάδες θέλουνε τροφή, νεράκι τα αρνιά μου!…
»και τα σκυλιά γαυγίζουνε και το φαϊ αναμένουν…
»Άφησα πόρτες ανοιχτές, πόρτες και παραθύρια
»Θα έμπει ο αέρας κι ο άνεμος, θα σβήσουν την καντήλα.
«Δείξε μας Θέ μ’ την δύναμη’ ς!… Χριστέ ‘μ κάνε το θάμα ‘ς!
»Κάνε με ποταμόπετρα βαριά του καταρράκτη,
»Κάνε με σπήλαιου κατωθύρ’, στην γη καταχωμένο,
»Μικρό λιθάρι κάνε με, αν θες κάνε με χώμα.
»Θεέ μου κάνε με ότι θες… Μόνο στον τόπο μου άσε ‘μ.
»Άσε με εδώ για να θαφτώ, στον τόπο που εγεννήθην,
»στο μνήμα όπου έθαψα και μάννα και πατέρα…»
Κι ως μίλαγε κι ως έκλαιγε και ως μαλλιοτραβιούνταν
ήρθε και στέκει δίπλα της η καλοαδελφή της,
νοικοκυρά η Γίμαιρα απ’ τις Κορακοφώλιες.
Απ’ τον Άη Γιάννη όπου αρχινούν, κι έρχονται στην Σαράντων…
Τα δάκρυά τους ενώθηκαν και γίνηκαν ποτάμι…
Και μπήκαν μες στον ποταμό, στην πλήμμυρ’ απ’ τα δάκρυα…
Η πλήμμυρα κατέστρεψε τριγύρω την Ματσούκα,
Επήρε την Λαραχανή, στην Κουσπιδή εχύθη…
Σείστηκε το Καπίκιοϊ κι η Λιβερά συντρίμια,
Ήρθε και η Δανίαχα με όλα τα χωριά της,
Που βρίσκονταν δεξιά-ζερβά στα δύο τα ποτάμια,
Έφτασ’ εκεί κι η Σουμελά, κι ο Άη Γιάννης Βαζελώντας.
Όσοι ήτανε στην Ζύγανα ή απ’ το Κουλάτ φανήκαν,
Ήρθαν και κοντοστάθηκαν κι ενώθηκαν με άλλους,
ενώθηκαν τα κλάματα και οι μοιρολογίες,
κι εσκέπασαν του ποταμού το βοητό το άγριο.
Και μία-μία σείονται, και μία-μία πεύτουν
οι εκκλησίες των χωριών και τα καμπαναριά τους,
καμπάνες που ραγίζουνε, και σήμαντρα συντρίμια…
Και χίλια σήμαντρα χτυπούν και μύριες οι καμπάνες…
Και τα βουνά αγκαλιάσανε τον υστερνό τον ήχο,
Που αφήσανε τα σήμαντρα, που αφήσαν οι καμπάνες,
Και κρύψανε τον χτύπο τους μες στα βαθιά τα σπήλαια,
Για να τ’ ακούνε στη Λαμπρή και στου Χριστού τη γέννα…
Ήλιος ν’ ανάβει τα κεριά, κι ο Φέγγος τις καντήλες,
Και τ’ άστρα κι ο Αυγερινός, ν’ ανάβουν τα μανουάλια…
Να λειτουργούνται πάντα οι νιοι κι οι γέροι που απομείναν,
Όλα τα γυναικόπαιδα που απόμειναν και ζήσαν,
Κι όλοι όσοι επέζησαν μες’ στου χαμού τον δρόμο…
Ενώθηκαν τα κλάματα και οι μοιρολογίες,
Κι όλοι ενωμένοι πήρανε… του ποταμού τον δρόμο…
Ο δρόμος παραστένεψε και δεν χωρούσε άλλους,
σε κάθε βήμα του ποδιού, έρχονταν κι άλλοι αντάμα,
απ’ όλα τα μικρά χωριά κι απ’ τα κεφαλοχώρια
απ’ τα ψηλά, απ’ τα χαμηλά, κι απ’ τ’ απομακρυσμένα...ι
Η Σάντα η περήφανη, η ομιχλοποτισμένη,
πίσω απ’ την Γαλίαινα μοιρολογά και φτάνει,
αντάμωσαν την Όλασσα, στης Τρίχας το γιοφύρι,
επέρασαν τον ποταμό και φτάσανε τους άλλους…
Σηκώθη θρήνος και κλαυθμός την ώρα που τους φτάσαν…
Τα δέντρα εχαμήλωναν και τα κλαδιά χτυπούσαν,
οι πέτρες αναστέναζαν κι έκλαιγαν τα ποτάμια,
κι η Σουμελά κι ο Βαζελώντς κι ο Περιστερεώτας
πάνε μπροστά και ευλογούν, κι οι από πίσω κλαίνε,
τους τόπους κλαίν’ που πέθαναν, τους ζωντανούς τους μαύρους…
Έφτασαν πάνω στο Τουμπί και η θάλασσα εφάνη…
Απ’ το Τουμπί, ως την Γέφυρα, γέμισ’ ο τόπος όλος
Σταυρούς και εξαπτέρυγα χρυσά και ασημένια…
Και δεν ήταν μόνο χρυσά, ήτανε κι από ξύλο
μαύρα όπως ο θάνατος, τρανά όπως ο Χάρος…
Τους αντικρύζει η θάλασσα, το κύμ’ ανατριχιάζει,
οι αφροί πίσσα γενήκανε και το νερό κατράμι…
Σκέπασαν όλον τον γιαλό σαντάλια και καράβια,
το βότσαλο του ακρογιαλιού και του γιαλού οι πέτρες,
άνθρωποι όλα γίνηκαν και στην Δαφνούντα μπήκαν,
ξεχύθηκαν στον Άη Γρηγόρ’ και στην Αγιά Μαρίνα
πιο πέρα στην Υπαπαντή και στον παλιό τον Μώλο…
Η θάλασσα απ’ τα εξώτειχα, άλλα καράβια βλέπει
που άλλα σαντάλια ξέβρασαν στον έρμο τον γιαλό της…
και το φαρδύ και το πλατύ εκείνο περιγιάλι
δεν το βλεπες απ’ τα κορμιά, που βγάλαν τα καράβια…
Εκεί αράζει το Σινάπ΄ του καραβιού η μάννα,
εκεί αράζει το Σαμσούν, το θαλασσοδαρμένο.
Μπροστά΄χει την Αμάσεια, ξωπίσω είναι η Μπάφρα
μ’ όλα της τα αρχοντικά, τα ωραία καμποχώρια.
μπροστά η Ορντού η πεντάμορφη κι η χρυσονοικοκύρα,
η Ούνγια το θαλασσοπούλ’, η Ούνγια η μικρούλα,
η Κερασούντα η χλοερή, του φουντουκιού η μάννα,
η Τρίπολη που’ ναι ψηλά, της θάλασσας η αφέντρα,
η Ελεβή, το ήσυχο, μικρό θαλασσοχώρι,
τα Πλάτανα με το τρανό και ξακουστό λιμάνι…
Όλα αυτά τ’ ατίμητα, τ’ άξια χρυσοπούλια,
σαν τις κορώνες που έβγαλε ο λίβας κι η φουρτούνα
έφυγαν, ήρθαν, έκατσαν στων ξώτειχων την στράτα,
στην στράτα της Καστρόπορτας, που μπαίνει μεσ' στο κάστρο.
Ο Άη Σάββας κρυφοκλαίει κι ο Άη Φίλλιπος στενάζει
καθώς βλέπουν να φτάνουνε τα άκληρα καράβια,
πού’ χαν πανιά ολόμαυρα, και τα σχοινιά σαν φίδια,
πούχαν κατάρτια σαν σταυρούς, μαύρα κι αραχνιαμένα,
πούρθαν απ’ την Ανατολή, με θάνατου παντιέρα…
Το πορτοκαλολείβαδο, το πράσινο του Ρίζιου,
άφησε τα νεράτζια του, τα χρυσοπορτοκάλια,
κι ετύλιξε τα φύλλα του σάβανα μυρωμένα,
κι έφτασε με τους αλλουνούς και μαζί και με όλους,
στο μαύρο, στο ολόμαυρο, στου χάρου το ακρογιάλι…
Ήρθανε και τα Σούρμενα με τα πολλά καϊκια,
με τους πολλούς ξενητεμούς και τους καλούς ψαλτάδες,
ήρθανε και ξεχύθηκαν και γέμισαν τις στράτες,
και ενωθήκαν μ' εκεινούς απ’ τα βουνά κι απ’ τα όρη…
Αλλοίμονο και βάϊ εμέ, τι είν’ αυτά που βλέπω!!!
Όλοι αφήσαν τον γιαλό κι αφήσαν τα μπουμπούκια,
αυτά απ’ την Ανατολή κι εκείνα από τη Δύση,
εκείνα από τα ψηλά ή απ' τα θαλασσοάκρια,
και από τόπους κοντινούς κι από τα σιμοχώρια,
κι ενώθηκαν όλα μαζί, γύρω απ‘ την Τραπεζούντα…
Η Τραπεζούντα η κυρά, βασίλισσα κι αφέντρα
Χιλιόχρονη νοικοκυρά και πάντα νέα νύφη,
ολόδοξη και ξακουστή κι ελεύθερη και σκλάβα,
…που τα μαλλιά της ξάσπρισαν, τα μάτια της θολώσαν
την ώρα που αντίκρισε τόσο …καημό και πόνο…
Μαύρα ήταν τα ρούχα της, μαντήλ’ είχε στους ώμους
μαύρη ζώνη στη μέση της και κόκκινα σαντάλια…
Και όλους τους αγκάλιασε, με ψυχή και με μάτια,
κι αμίλητοι όλοι μαζί τραβήξαν για τα κάστρα.
Έκαναν τόπο, άνοιξαν κι Εκείνη πρωτοστάτης,
ψηλή, λιγνή, περήφανη, Λαραχανής ελάτη…
Από Θεού αρχίνισαν καμπάνες να χτυπούνε
χωρίς δεσπότη διαταγή και διάκου συνεργία…
ο Αη Γιώργης κι η Θεοσκέπαστος και η Αγιά Μαρίνα
αρχίνισαν με τις μικρές, ελαφρές καμπανούλες.
Με τις βαριές, τις θεότρανες, των Ξώτειχων ο Άη Γιάννης,
ο Άη Γρηγόρης βρόντηξε, βουϊζει ο Άη Βασίλης,
η Υπαπαντή και ο Χριστός, κι ο Άη Γιάννης της Δαφνούντας…
Κι ο τρούλος της Αγια-Σοφιάς έλαμψε από θάμα
ο Άη Ευγένιος έλαμψε, σαν όπως λάμπει ο ήλιος,
Αστράφτει η Χρυσοκέφαλος, το κάστρο αντιφεγγίζει,
λαμποκοπά ο Άη Φίλιππος κι η θάλασσα ασημώνει…
Της Ελεούσας οι νεκροί, άναψαν τα κεράκια…
και του Άη Σάββα φώτισε, μοναχά η καντήλα…
Τα ρημοκλήσια τα μικρά κι όλα τα παρεκκλήσια
εφώτιζαν… κι εφώτιζαν.. στην γη γενήκαν άστρα…
Καμπάνες μικρές και τρανές, όλες γενήκαν ένα.
Μία καμπάνα κρεμαστή πάνω απ’ την Τραπεζούντα…
Χτυπάει… χτυπάει… και βροντά, βροντοχτυπάει και κλαίει…
Σε ένα τέτοιο λείψανο, έτσι η καμπάνα κλαίει…
Την ώρα του μεσημεριού έπεσε το σκοτάδι
Όλα μαύρα γενήκανε στην γη και στα Ουράνια,
έσβησαν τ’ άστρα της νυχτός και το άστρο της ημέρας,
κι οι άνθρωποι φαινόντουσαν φαντάσματα και σκιάδες
κι ούτε φωνή ακουγότανε.., συζήτηση ή άχνα…
Έφτασαν στον καστρότειχο… Αρχίνησαν να μπαίνουν…
Τρανή φωνή, τρανή βοή, γέμισε ο αέρας.
Πρώτα σαν μούγκρισμα βοδιών μέσα από την αντάρα,
μετά σαν θάλασσας βοή και άγρια φουρτούνα…
όπως οι ράχες στο σεισμό κατρακυλούν και πεύτουν…
Σαν όπως μύρ-ι-ες βροντές και χίλιες πλημμυρίδες…
Τρανή βοή, τρανή φωνή…, που άκουσαν οι άνθρωποι όλοι…
ανέβηκε και σκέπασε το κλάμα της καμπάνας…
Τρανή φωνή, τρανή βοή… Οργή και παρακάλια…
«Ανοίξτε νέα μνήματα και οι παλιοί οι τάφοι,
»ανοίξτε σιδερόπορτες του Άδη αραχνιασμένες.
»Ανοίξτε κλειστά στόματα, δίχως χείλη και γλώσσα
»ανοίξτε χέρια άκληρα κι αγκαλιές κοκκαλένιες…
»σιμώνει, φτάνει κι έρχεται το αίμα το ζεστό σας,
αυτό ακριβώς που αφήσατε στον κόσμο τον ετούτο…
»Ο Θάνατος και η Ζωή, αγκάλη ας κοιμηθούνε…
»Μανάδες που αφήσατε πόρτες χαρακωμένες,
»Πατέρες που σας καρτερούν ακόμη τα ορφανά σας
»Μικρά αδελφάκια που τα κλαιν' αδελφοί κι αδελφάδες,
»Παιδιά που αφήσατε άκληρους και μάνα και πατέρα…
»Άντρα που αφήκες άχαρη και ξένη τη γυναίκα
»’κοδέσποινα που άφησες το σύντροφο στα ξένα,
»Όλοι που μπήκατε στη Γη και μπήκατε στο χώμα,
»στο χώμα, κτήμα της Γενιάς, πολλούς καιρούς και χρόνια,
»πάππου προς πάππον, ελαφρό, γονέα προς γονέα…
»κληρονομιά απ’ τον Θεό κι από τα γονικά σας,
»χώμα που εσάς περίμενε, αλλά κι εμάς περμένει…
»Σηκώστε το με το κεφάλ’, με τους οστέϊνους ώμους,
»σείστε το με τα γόνατα, με τα οστέϊνα χέρια…
»και βγείτε απ’ τα μνήματα, βγείτε από τους τάφους,,,
»Βγείτ’ έξω οι αποθαμέν’… Οι ζωντανοί θα μπούνε…
»Εγίνηκε συντέλεια, Δευτέρα Παρουσία…
»Αρπάχτηκαν και βγήκανε τα δέντρα από τις ρίζες
»η ρίζα έγινε κορφή και η κορφή στο χώμα…
»Τα πάνω κάτω γύρισαν στις ράχες και στους κάμπους…
»Οι ποταμοί γυρίσανε και πάνε στα πηγάδια...
«Βγάζουν Αγίους από εκκλησιές κι ανθρώπους απ’ τα σπίτια
»μας διώχνουν απ’ τις ρεματιές και μές’ από τα σπήλια
»και από κάμπους ήμερους κι από τα άγρια δάση.
»Ο Ουρανός μας προσπερνά κι η Γη δεν μας σηκώνει…
»η θάλασσα μας έμεινε κι όλους μας περιμένει…
»Η μαυρο-θάλασσα υγρή, κι ο βυθός δίχως χώμα,
»τάφος εκεί δεν σκάβεται, ούτε μνήμα στεριώνει,
»κεριά εκεί δεν ανάβουνε, θυμίαμα δεν καίει...
»μνημόσυνο δεν γίνεται και σταυρό δεν καρφώνεις…
»Και θέλουμε όπως κι εσείς να γύρουμε στον τάφο…
»η γη που σας αγκάλιασε, κι εμάς να μας σκεπάσει…
»Του Ουρανού μας η βροχή να ρέει να μας δροσίζει,
»να βγαίνει ο ήλιος στην πλαγιά, να μας γλυκοζεσταίνει
»να χορταριάσουν τα ταφιά, το χώμα να μυρίσει
»άνθη να' χει την άνοιξη, χόρτα το καλοκαίρι,
»και φρούτα το Φθινόπωρο, λιβάνι τον χειμώνα…
»Πονέστε μας … Πονέστε μας… το αίμα το δικό σας…
»Και βασιλείς και αρχιερείς, Όσιοι κι Αγιασμένοι
»Κάνετε τόπο και σ’ εμάς… εκεί να κοιμηθούμε…
»Για βγέστε και αφήστε μας όλο αδειανούς τους τάφους.
»Για βγείτε οι αποθαμέν’ … οι ζωντανοί… θα μπούνε…
Ο λόγος δεν τελείωσε κι η βοή συνεχίζει,
άστραψε και εβρόντησε και σείστηκε το κάστρο…
Κι επάνω στο καστρότειχο και πάνω στο παλάτι,
της Παναγίας το ζωνάρ, το εφτάχρωμο απλώθη
και έλαμψε η θάλασσα, η γη και τα επουράνια...
Μέσα και πάν΄ στα χώματα, μέσ’ στην φωτοχυσία
φάνηκ’ η Χρυσοκέφαλος με τον Χριστό στα χέρια.
Μαργαριτάρια έλαμπαν στην άκρη των ματιών της,
που γύριζαν και κοίταζαν όλους γύρω θλιμμένα
κι ολόγυρα επέταγαν χίλιοι, μύριοι αγγέλοι.
Πέσαν όλοι στα γόνατα και κάνανε μετάνοιες
Εψέλνανε το «Ωσανά» και το «Τη Υπερμάχω…»
Μαζί ψέλνουν και οι άγγελοι. Πάλι χτυπούν καμπάνες…
…Κι ακούγεται από ψηλά, ψηλά ως τα επουράνια,
μία φωνή, τρανή φωνή, σαν από αγγέλου στόμα:
»Οι πεθαμένοι θάναι εδώ, εδώ όπου θαφτήκαν
»χιλιάδες χρόνια φύλακες, και μέρες μυρι-άδες…
»και άλλα τόσα κι αν ερθούν, εδώ θα περιμένουν.
»Θα περιμένουν την Λαμπρή και το Χριστός Ανέστη…
»Θα περιμένουνε να’ ρθουν και οι ξενητεμένοι...
»Εσάς αλλού θα στείλω εγώ, άλλο χώμα σας θέλει…
»άλλο γραμμένο έχετε, κι η Μοίρα σας ειν’ άλλη.
»Με την ευχή ‘μ… Με την ευχή ‘μ… και με την ευλογία ‘μ…
»να πάτε όλοι στο καλό, κι ο δρόμος μέλι-γάλα
»ο δρόμος που ευλόγησα, η στράτα που ευχήθην
»θα είναι στράτα γυρισμού κι όνειρο απ’ τα ξένα...
Από Θεού ξανάρχισαν καμπάνες να χτυπούνε,
χωρίς δεσπότη διαταγή και διάκου συνεργία.
Καμπάνες μικρές και τρανές, χτυπούν δοξολογία...
Η μία χτυπάει και τραγουδά, η άλλη χτυπάει και κλαίει
κι απ’ όλες η τρανύτερη βαριά αναστενάζει,
για δεν ειν' άνθρωποι ν' ακούν, παπάς για τις μετάνοιες...
Χρόνια ήρθαν και πέρασαν, καιροί ήρθαν και πάνε
και η καμπάνα η τρανή, περμένει…, δίχως γλώσσα…
Μπαίνει αέρας και βοά, άνεμος και μουγκρίζει,
μπαίνουν ευχές και τραγουδά, μπαίνουν κατάρες κλαίει...
Μπαίνουν και τα ονείρατα της μέρας και της νύχτας,
χτυπάει… και κλαίει… και τραγουδά και θλίβεται ο Κόσμος…»
Ελεύθερη μετάφραση Θωμάς Ακριτίδης
----------------------ο-------------------
Σημείωση για το βιβλίο των: Ismini & Christopher Lamb, George Horton, Η καταστροφή της Σμύρνης μέσα από την οδύσσεια του αμερικανού πρόξενου
“Στο γύρισμα του αιώνα, ένας άνδρας αγωνίζεται να αλλάξει την καταστροφική πορεία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για να σώσει αθώες ζωές από τον αφανισμό. Πόσες ζωές μπορεί να σώσει ένας άνθρωπος μόνος του; Όσες και να σώσει, ποτέ δεν είναι αρκετές. Αυτό συνειδητοποίησε με τραγικό τρόπο ο George Horton. Καθώς από το κατάστρωμα του πλοίου του έβλεπε την αποβάθρα της Σμύρνης να ξεμακραίνει, έβλεπε μαζί και το αβοήθητο, τρομοκρατημένο πλήθος, που βρισκόταν παγιδευμένο ανάμεσα στη θάλασσα και στην πύρινη λαίλαπα. Οι άνθρωποι που είχαν σωθεί χάρη σε εκείνον και τώρα βρίσκονταν μαζί του πάνω στο πλοίο, δεν μπορούσαν τον παρηγορήσουν. Ούτε οι εκατοντάδες Χριστιανοί, Εβραίοι και Μουσουλμάνοι τους οποίους είχε σώσει κατά τη διάρκεια της θητείας του στο αμερικανικό προξενείο της Σμύρνης στάθηκαν ικανή παρηγοριά για εκείνον. Εκ των υστέρων, θα ομολογήσει ότι εκείνοι οι διωγμοί τον έκαναν να ντρέπεται που «ανήκε στο ανθρώπινο είδος». Ωστόσο, όσο κι αν ο Horton ένιωθε ότι θα μπορούσε να κάνει περισσότερα, στην πραγματικότητα το έργο του ήταν τρομερά δύσκολο και γινόταν ακόμη δυσκολότερο, επειδή οι ανώτεροί του παρεμπόδιζαν την ανθρωπιστική βοήθεια να φτάσει στον προορισμό της και συγκάλυπταν κάθε είδους ωμότητα με ψεύτικες ειδήσεις και παραπληροφόρηση. Εκείνο που τους ένοιαζε ήταν να κερδίσουν την εύνοια των Τούρκων, προκειμένου να έχουν πρόσβαση στις πλουτοπαραγωγικές πετρελαικές πηγές. Και όταν ο Horton κατήγγειλε την υποκρισία τους, εκείνοι συνωμότησαν εναντίον του για να αμαυρώσουν τη φήμη του. Απτόητος, o Horton συνέχισε τον αγώνα του και έφτασε μέχρι τον Πρόεδρο και το Κογκρέσσο διεκδικώντας ένα ψήφισμα κατά της συνθήκης της ντροπής (Συνθήκη της Λωζάνης). Το διακύβευμα ήταν η έκβαση του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η σταθερότητα και η ελευθερία της Μέσης Ανατολής και το ενδεχόμενο νέων γενοκτονιών”. (Πληροφορίες από Βιβλιοπωλείο Πολιτείας, Εκδότης: ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ).
----------------------ο------------------------
Πηγές για το κείμενο:
«Ταξίδι σε Χρόνια Λησμονημένα» του Ιστορικού Ερευνητή και Συγγραφέα Νικολάου Χαρ. Τέλωνα. Αμφιλοχία 2017
«Το Μοναστήρι της Βαρετάδος Βάλτου και ο Ηγούμενος Αγάπιος» ομοίως του κ. Νικολάου Χαρ. Τέλωνα. Αμφιλοχία 2002
«Της Προσφυγιάς η Μοίρα» του Καθηγητή Πανεπιστημίου Κώστα Δημ. Κονταξή. Δεύτερη έκδοση, Αγρίνιο 2005
«Βίος του Κατσαντώνη» του Επαμεινώντα Φραγγίστα, πρώτη έκδοση το 1862, επανέκδοση το 1962.
Φρανσουά Πουκεβίλ : VOYAGE DE LA GRECE – LIVRE X – CHAPITRE III – Paracheloide Acarnanienne.- Route depuis Arta jusqu’au gue de l’ Achelous.- Agraide, on canton de Valtos.- (Σελίδα 497 της δεύτερης έκδοσης στο Παρίσι το 1826)
Διηγήσεις του αγωνιστή της Αντίστασης Κώστα Σαλταούρα, (1892-1985) πριν πενήντα χρόνια.
Στρατιωτικός χάρτης περιοχής «Αλευράδα».
Α.Κ.Κ.










































.jpg)












