Ταξίδι στην παραμεθόριο περιοχή πριν 50 χρόνια

 Κείμενο και φωτογραφίες Απόστολος Κων. Καρακώστας

Όσο εύκολο και αν μας φαίνεται στην εποχή μας ένα ταξίδι σε όποιο μέρος της Ελλάδας θέλομε να ταξιδέψομε, δεν ήταν πάντα έτσι.

Ένας από τους πρώτους αναγκαστικούς νόμους του Μεταξά το 1936 αφορούσε τους περιορισμούς κατοίκων και επισκεπτών στην παραμεθόρια «Επιτηρούμενη Ζώνη» από το Ιόνιο πέλαγος έως τον ποταμό Έβρο στην Θράκη. (Αναγκαστ. Νόμος υπ’ αριθ. 376/1936)

Το πλάτος της ζώνης ποίκιλε ανάλογα τις περιοχές, συνήθως ήταν από 15 έως 45 χιλιόμετρα περίπου, νότια από τα βόρεια σύνορα της χώρας.

Πολλές χιλιάδες Ελλήνων, κάτοικοι σε χωριά που βρίσκονταν στην Επιτηρούμενη Ζώνη, (Ε.Ζ.)  έπρεπε να έχουν την ειδική άσπρη ταυτότητα η οποία ίσχυε σαν ατομικό δελτίο κυκλοφορίας και με αυτήν μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα μέχρι και 30 χιλιόμετρα απόσταση από το σπίτι τους. Φυσικά έπρεπε να την έχουν πάντα μαζί τους και να την επιδεικνύουν σε κάθε ζήτηση, σε στρατιωτικούς, και αστυνομικούς. 

Όποιος ήταν από περιοχή εκτός της Ε.Ζ. έπρεπε να βγάλει ειδική άδεια από την αστυνομία της περιοχής του και όταν έφθανε στον προορισμό του εντός της Ε.Ζ. έπρεπε να την θεωρήσει εντός δύο ωρών σε στρατιωτική/αστυνομική αρχή, ελλείψει αρχών τις άδειες τις θεωρούσε ο πρόεδρος της κοινότητας.

Ο νόμος «λασκάρισε» αργά-αργά μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και με το πέρας του Εμφυλίου, στην δεκαετία του 1950. Σε πολλά σημεία, ειδικά κοντά στα τριεθνή σύνορα στις Πρέσπες ίσχυε και τις αρχές του 1960.

Το μέτρο της Επιτηρούμενης Ζώνης επανήλθε στο προσκήνιο με την χούντα το 1967. Μέχρι το 1974 στα κομβικά σημεία, (με μπάρες) όπου γινόταν οι έλεγχοι των ταυτοτήτων των κατοίκων της Ε.Ζ. και των γραπτών αδειών των επισκεπτών, το «μέσα-έξω» επιτρεπόταν μόνο την ημέρα.  

Μετά την μεταπολίτευση οι περιορισμοί κράτησαν ακόμα λίγα χρόνια. Ατόνησαν σχεδόν παντού εκτός από την Ροδόπη. Εκεί στα παραμεθόρια Πομακοχώρια διατηρήθηκαν συνεχώς από το 1936 έως το 1995…   

Συμπληρώθηκαν φέτος τον Αύγουστο 50 χρόνια από μία προσωπική εμπειρία που έζησα προσπαθώντας να εισέλθω στην Επιτηρούμενη Ζώνη, κοντά στα Αλβανικά σύνορα. Τώρα αυτή την εμπειρία την αντιμετωπίζω με χιούμορ, τότε όμως ήταν πολύ σοβαρή υπόθεση.

Το μακρινό 1972 τον Αύγουστο,  ο εξάδελφός μου Δημήτριος Θεοδώρου Τσατσαρώνης υπηρετούσε σαν Αστυνομικός στον Σταθμό Χωροφυλακής Μόλιστας της Κόνιτσας Ιωαννίνων. (10 χιλ. από τα σύνορα της Αλβανίας και εντός της Ε.Ζ.).

Η μητέρα μου Αθανασία, αδελφή του πατέρα του, πρότεινε να επισκεφθούμε τον αγαπημένο της ανιψιό. Επειδή όμως ο Σταθμός ήταν στην Ε.Ζ. έπρεπε να βγάλει άδεια από τα...μετόπισθεν για επίσκεψη στην περιοχή...Έβγαλε λοιπόν την άδεια της στο Αστυνομικό Τμήμα της Άρτας. Φυσικά για να την πάρει προσκόμισε αρκετά...δικαιολογητικά! Βασικότερο ήταν τα...κοινωνικά φρονήματά της. Πιστοποιητικό...γεννήσεως για...αντιπαραβολή με την...ταυτότητα! «Mίνι»...ανάκριση με ερωτήσεις όπως: «τι τον έχεις, πως τον λένε, πότε θα γυρίσεις, σίγουρα πας για αυτό ή πας για να...περάσεις στην Αλβανία; Μήπως πας για να δεις τις...στρατιωτικές εγκαταστάσεις των συνόρων και να τις...προδώσεις στους…Αλβανούς;» Φυσικά το καλάθι με την πίτα και οι ραβανές ερευνήθηκαν και η...γεύση τους εκτιμήθηκε δεόντως!

Μια άλλη εποχή, με άλλες συνήθειες...Όσο κωμικό και να φαίνεται στην εποχή μας, πενήντα χρόνια μετά, τότε αντιμετωπίζονταν το ταξίδι αυτό σαν μια πολύ σοβαρή υπόθεση...Για το παραμικρό σε γύριζαν πίσω. Αυτός ήταν και ο λόγος που έβγαλε η μάνα μου την άδεια στην Άρτα και όχι στα Γιάννενα. Εκεί ήταν ακόμα πιο «δύσκολο» να την πάρει κάποιος που ήταν από...μακριά όπως η...Αιτωλοακαρνανία! Ο χωροφύλακας-γραμματέας ήταν «ταμπουρωμένος» πίσω από ένα τραπέζι-γραφείο καθισμένος σε μια απλή ξύλινη καρέκλα καφενείου. Η εξουσιαστική του όμως θέση για τους αιτούμενους την πολυπόθητη άδεια τον τοποθετούσε πολύ ψηλά, πάνω από όλους τους κοινούς ανθρώπους που χρειάζονταν την υπογραφή του. Ένοιωθε σαν ένας μικρός «Παπαδόπουλος», ήταν ένας μίνι «δικτατορίσκος»! Που όμως γινόταν «μεγάλος» αν ήταν...τυχερός και...αντιμετώπιζε κάποιον που δεν είχε...καθαρά χαρτιά και χρειαζόταν να κάνει...διασταύρωση για το «σκοτεινό» πολιτικό καθεστώς του «υποκειμένου» που είχε μπροστά του! Τότε έπαιρνε τηλέφωνο στην απ' ευθείας γραμμής τηλεφωνική σύνδεση με το κέντρο του ΟΤΕ και ζητούσε να μιλήσει με τον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό στον τόπο κατοικίας του αιτούντος την άδεια για τα παραμεθόρια χωριά. Όταν μετά κάνα μισάωρο γινόταν η σύνδεση (τόσο...γρήγορα γιατί η αστυνομία είχε...προτεραιότητα!) μιλούσε με κάποιον αντίστοιχο συνάδελφό του στην άλλη άκρη της γραμμής. Πρώτα συστηνόταν και προέβαλε το υψηλό του «πόστο» ώστε ο άλλος να νοιώσει «άμεσα» ότι είναι υπό τας διαταγάς του! Όταν ο άλλος αποδεχόταν την «ανωτερότητά του», καταδεχόταν να τον ρωτήσει για την υγεία του, το όνομά του, τον καιρό, πόσα χρόνια υπηρετεί, ενώ συγχρόνως τον πληροφορούσε για την «Υψηλή» του θέση στην Αστυνομία μια και ήταν «ξάδερφος» του συνταγματάρχη «τάδε», που ο τάδε είχε υπηρετήσει μαζί με τον συνταγματάρχη «τάδε» που τώρα είναι Υπουργός, και ότι είναι και κουμπάρος με τον διορισμένο Νομάρχη, και ότι το εγγόνι του θα το βαπτίσει ο Πατακός, γιατί ο γαμπρός του είναι Ανθυπίλαρχος στο Γουδί και ο Πατακός τον εμπιστεύεται σαν παιδί του! Ο φουκαράς που είχε αιτηθεί την άδεια, όλο αυτό το διάστημα στεκόταν όρθιος και κρατούσε την τραγιάσκα του που την είχε βγάλει από σεβασμό. Φυσικά είχε σκυλομετανοιώσει που σκέφθηκε να πάει στην Κόνιτσα να δει τον γιό του που υπηρετούσε στο 583 Τάγμα Πεζικού μια και αυτός δεν είχε «μέσον» για να τον φέρει στα Γιάννενα...Δεν τολμούσε όμως να τα παρατήσει και να φύγει, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι οι υποψίες του χωροφύλακα-γραμματέα ευσταθούσαν. Και αν έφευγε, με ένα σφύριγμα του «ανακριτή» του θα συλλαμβανόταν σαν ύποπτος...φυγής από τον σκοπό στην πύλη και θα κλεινόταν στο κρατητήριο για να ανακριθεί την άλλη μέρα, αφού θα είχε βράσει στο ζουμί του...

Κάποια στιγμή ο τηλεφωνών ζητούσε συμπληρωματικές πληροφορίες για τα πολιτικά πιστεύω του παππού, του πατέρα, των αδελφών και των θείων του...υπόπτου. Αν ήταν «καθαρός» και συνεπώς «αθώος», τότε του έκανε την μεγάλη χάρη-αν και ύποπτος, αλλά αυτός το...παρακάμπτει-να του δώσει την άδεια! Ο για μία ώρα «ύποπτος» ένοιωθε μεγάλη ανακούφιση, μετά από τα μαρτυρικά σενάρια που τριβέλιζαν το μυαλό του μέχρι τότε και προσπαθούσε να φιλήσει το χέρι του «μεγαλόκαρδου» και «μακρόθυμου» αστυνομικού!

Φυσικά εκείνος με μεγαλοπρέπεια τον «απέτρεπε» (μερικώς) και του πρόσφερε τσιγάρο. Κάπνιζαν και οι δυο... «αρειμανίως» και χωρίς να ενοχλούνται από το αυστηρό/συνοφρυωμένο  βλέμμα του «προέδρου-πρωθυπουργού-υπουργού και πάνω από όλα συνταγματάρχη» που τους «κοιτούσε» από την κρεμασμένη κορνίζα πάνω από το τραπέζι-γραφείο. Στην συζήτηση «γνωριμίας» που ανοίγανε, βρισκόταν γνωστοί, σχεδόν φίλοι, μια και ο ένας από τους δυο είχε...ξάδελφο που είχε κάνει φαντάρος με τον τρίτο ξάδελφο του άλλου πριν αρκετά χρόνια, στην ίδια μονάδα κάπου στην Μακεδονία ή μάλλον μήπως ήταν στον Έβρο; Ακόμα γνωστοί θα μπορούσαν να είναι μιας και οι δύο είχαν επισκεφθεί το ίδιο μοναστήρι στο παρελθόν, κι ας μην συναντήθηκαν, πάντως ήταν μέσα στην ίδια...δεκαετία η επίσκεψη!

Αυτή ήταν η απλή περίπτωση. Για την άλλη μπορείτε να σκεφθείτε ότι ίσχυαν όλα τα παραπάνω...αντίστροφα! Δηλαδή αν ο ύποπτος είχε «φάκελλο», τότε κρινόταν επιτόπου ένοχος για «φωτογράφιση στρατιωτικών μονάδων-εγκαταστάσεων» (κι ας μην είχε φωτογραφική μηχανή-υποτίθεται ότι θα του την έδινε άλλος «αριστερός» ομοϊδεάτης συνεργάτης του), «απόπειρα κατασκοπείας συνόρων», «πιθανή δολιοφθορά στρατιωτικών εγκαταστάσεων» και άλλα παραπτώματα που θα πρόσθεταν οι ανακριτές τις επόμενες ημέρες πάντα ανάλογα με την εξέλιξη της ανάκρισης σε κάποιο υπόγειο...


 

Η άδεια της μητέρας μου στην Άρτα εκδόθηκε σχετικά χωρίς προβλήματα ή καθυστερήσεις. (η μία ώρα αναμονή για να διαβάσει ο αστυνομικός την «Ακρόπολη», να πιει τον δεύτερο πρωινό καφέ, να καπνίσει τα τσιγάρα του, να κάνει ντάνα τους φακέλους στο τραπέζι-πολυάσχολος γαρ-δεν θεωρείται καθυστέρηση για τον αιτούντα την άδεια, ο οποίος πρέπει να διέπετε από Ιώβεια υπομονή!). 

Για μένα και την Βελγίδα fiancée μου Yvonne Van Den Acker, σκέφθηκα να βγάλομε τις άδειές μας όχι στην Άρτα αλλά στα Γιάννενα. Αυτό γιατί εκεί γνώριζα την πόλη, μιας και υπηρέτησα τον προηγούμενο χρόνο στην 8η Μεραρχία σαν ασυρματιστής.

Σε μένα ο υπεύθυνος αστυνομικός παραχώρησε την άδεια σχεδόν  αμέσως όταν του είπα για την στρατιωτική μου θητεία στο 492 Τάγμα Διαβιβάσεων στον Ακραίο-ήξερε τον διοικητή, για υπηρεσία μου στο ίδιο το κτήριο της Μεραρχίας στο κέντρο της πόλης-ήξερε τον Μέραρχο, για την σύντομη θητεία μου στο 628 Τ.Π. στους Φιλιάτες-ήξερε τον …ιδιοκτήτη του καφενείου που οι φαντάροι τρώγαμε ομελέτες και πίναμε μπύρες και το ίδιο στο Καλπάκι, όπου υπηρέτησα σαν «προσκολιόμενος» ασυρματιστής στο 582 Τ.Π. (τα καφενεία για να έχουν το δικαίωμα να έχουν πελάτες στρατιώτες έπρεπε να έχουν «μπάρμπα στην...Κορώνη». Απολύτως απαραίτητο-υπήρχε σχετική διαταγή για Πανελλαδική εφαρμογή- ένα ευμέγεθες πορτραίτο του Γεωργίου Παπαδοπούλου κρεμασμένο ψηλά στον πιο καλά...σοφατισμένο τοίχο. Και stand by γραμμόφωνο ή πικάπ για να παίξουν τους δίσκους «Γιώργο μ' σε θέλει ο Βασιλιάς», «Ωρέ Γιώργο Παπαδόπουλε», «Να ζήσει ο Εθνικός Στρατός» κ.τ.λ. αν κάποιος με στολή αξιωματικού περνούσε το κατώφλι).

«Καπνίσαμε» τα τσιγάρα της «ειρήνης», (τα δικά μου Dunhill εκτιμήθηκαν δεόντως) και φθάσαμε στην δύσκολη υπόθεση της παραχώρησης άδειας σε πρόσωπο «Μη Ελληνικής καταγωγής», «Μη χριστιανής Ορθοδόξου» και...αγνώστων πολιτικών πεποιθήσεων... Πολλές διαβουλεύσεις έγιναν στα «μέσα» γραφεία της ασφάλειας. Εγώ «εγγυήθηκα» για τα φρονήματα της κοπέλας, ότι είναι...πατριωτικά, μιας και ο αείμνηστος πατέρας της Ignace V.D.Acker σαν παιδί στον Β' παγκόσμιο Πόλεμο ήταν αντιστασιακός κατά των Γερμανών κατακτητών στην Αμβέρσα. Αλλά δεν τους έπεισα...Ο ανώτερος αξιωματικός αποφάνθηκε να σταλεί έγγραφο στην Διοίκηση Χωροφυλακής Ηπείρου και στο Υπουργείο Εξωτερικών το οποίο θα ρωτούσε σχετικά την Ελληνική Πρεσβεία στις Βρυξέλλες. (πιθανή απάντησε σε ένα-δυό μήνες…). Τους είπα ότι είχαμε την άδεια της Ελληνικής Πρεσβείας των Βρυξελλών για να ταξιδέψει η κοπέλα στην Ελλάδα. Κι αυτό γιατί δεν είχε διαβατήριο. Είχε μόνο Ταυτότητα της Benelux. Και στην Πρεσβεία δώσανε έγκριση να έρθει με την ταυτότητα, (συνοδευτικό σημείωμα που σφραγίστηκε στον έλεγχο διαβατηρίων), τελικά δεν πείστηκαν. Και έτσι αφού επισκεφθήκαμε το σπήλαιο Περάματος έφυγε η μητέρα μου μόνη της για «πάνω» με το λεωφορείο για Κόνιτσα. 



 

Επέστρεψε την άλλη μέρα και γυρίσαμε όλοι μαζί στην Γέφυρα Βέργας. Τώρα μετά από τόσα χρόνια τα σκέφτομαι χωρίς να...ανεβαίνουν οι χτύποι της καρδιάς μου, ενώ τότε αυτές οι διαδικασίες με τις άδειες, τις ταυτότητες, τους ελέγχους των αποσκευών και τις ανόητες ανακρίσεις από ένστολους ή μη, τους ανέβαζαν στα ύψη...Τώρα πλέον στην Δημοκρατία μας δεν υπάρχουν «ξερονήσια» και «πολιτικά φρονήματα», ούτε έχομε «Απηγορευμένην Ζώνην» (Α.Ζ.) και «Επιτηρουμένην Ζώνην» (Ε.Ζ.). Έχομε επαναπαυθεί και δεν μπορούμε να διανοηθούμε τέτοιες καταστάσεις του παρελθόντος, που δεν πρέπει ποτέ να ξανάρθουν... 



 

Aπόστολος Κων. Καρακώστας

 

 

 

 


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Καλή Ανάσταση Πατέρα μου»

Ο Μπονικεβιάνος αγωνιστής του 1821 Κώστας Τσατσαρώνης και οι απόγονοί του.

Όμορφη Σπηλιά Καλάνας, Όρη Βάλτου, εξερεύνηση πριν 30 χρόνια.