Χαλκιόπουλο, Ημερίδα ιστορίας στην επέτειο 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 και παρουσίαση βιβλίου (1)

 

Χαλκιόπουλο, Ημερίδα ιστορίας στην επέτειο 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 και παρουσίαση βιβλίου

Κείμενο και φωτογραφίες  Απόστολος Κων. Καρακώστας

 

Ο Σύλλογος Χαλκιοπουλιτών Αθήνας & Πειραιά «Ο Άγιος Ανδρέας ο Ερημίτης», σε συνεργασία με τον Δήμο Αμφιλοχίας και την Κοινότητα Χαλκιοπούλων διοργάνωσε 5ήμερες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Ξεκινώντας την Παρασκευή βράδυ 13 Αυγούστου οι εκδηλώσεις θα διαρκέσουν έως την Τρίτη 17 του μηνός, με ένα πλούσιο πρόγραμμα που θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων.

Στον ευρύχωρο χώρο του Δημοτικού Σχολείου στο Νέο Χαλκιόπουλο, από μέρες πριν, ο πρόεδρος του συλλόγου κ. Ευάγγελος Τσιούνης, ο  αντιπρόεδρος κ. Χρήστος Λαυρέντζος και ο ταμίας κ. Δημήτριος Κουτσιούμπας βοηθούμενοι από τους εθελοντές μέλη του συλλόγου οργάνωσαν και  τοποθέτησαν τις πάνω από 1500 μοναδικές φωτογραφίες εντός των αιθουσών. Οι φωτογραφίες είναι οι περσινές, εμπλουτισμένες με καινούργιες, που οι κάτοικοι του χωριού εμπιστεύονται στον σύλλογο. Μέσα από αυτές ο επισκέπτης γνωρίζει πρόσωπα και τοπία του παρελθόντος. Αυτές οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες απεικονίζουν τα σοβαρά, χαρούμενα, γελαστά αλλά και μερικές φορές λυπημένα πρόσωπα των προγόνων που έζησαν, δούλεψαν και πέθαναν σ’ αυτόν τον τόπο, φροντίζοντας πάντα τις οικογένειές τους.  Όλοι οι εισερχόμενοι εντός του σχολείου τήρησαν τα απαραίτητα μέτρα για την πανδημία φορώντας μάσκες και αποφεύγοντας τον συνωστισμό.

Η πρώτη μέρα των εκδηλώσεων ήταν αφιερωμένη στην αφήγηση των Ιστορικών γεγονότων της περιοχής κατά την μεγάλη Επανάσταση του γένους το 1821. Επίκαιρη και σημαντική για το Χαλκιόπουλο ήταν η παρουσίαση του Βιβλίου του αρχαιολόγου/ιστορικού κ. Γεωργίου Α. Τσιάκαλου «Ένα χωριό στα όπλα…». Είναι το μοναδικό βιβλίο που γράφτηκε για τον ιστορικό τόπο, του σκαρφαλωμένου στην Καλάνα χωριού των Χαλκιοπούλων. Ο συγγραφέας γαλουχήθηκε από μικρό παιδί με τις ιστορίες των προγόνων Αγωνιστών και αφού συγκέντρωσε το πιο πλούσιο υλικό που είναι δυνατόν να βρεθεί, εμπλουτισμένο με αφηγήσεις των ηλικιωμένων συγγενών και συγχωριανών του, συνέγραψε ένα ανεπανάληπτο ιστορικό βιβλίο-ντοκουμέντο. Η βιβλιογραφία του είναι πλουσιότατη με 168 εργασίες Ελλήνων και ξένων συγγραφέων/μελετητών, 27 αρχεία, 14 εφημερίδες εποχής, και 4 συνεντεύξεις ανθρώπων που έζησαν τα τραγικά γεγονότα του πολέμου, της κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης.

Τον συγγραφέα προλόγισε ο πρώην πρόεδρος και νυν αντιπρόεδρος του «Συνδέσμου Φιλολόγων Αιτωλοακαρνανίας» καθηγητής, Διευθυντής του 5ου Γυμνασίου Αγρινίου κ. Ευθύμιος Αδάμης. Συγγραφέας και ο ίδιος  πρόσφατα συμμετείχε μαζί με τον κ. Τσιάκαλο στην συγγραφή και έκδοση του Συνδέσμου Φιλολόγων, του Συλλογικού τόμου «Η Επανάσταση του 1821 στο χώρο της Δυτικής Ελλάδας».

(Η εργασία του Φιλολόγου και Αρχαιολόγου κ. Αδάμη είναι : «Η ταραγμένη περίοδος των εμφυλίων συγκρούσεων 1823 -1825 στη Δυτική Στερεά Ελλάδα». Και του Ιστορικού (MSc), αποφοίτου τμήματος Ιστορίας–Αρχαιολογίας, Φιλοσοφικής Σχολής ΕΚΠΑ, και Υποψ. Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Γεωργίου Τσιάκαλου :
«Προμαχώντας στον Βάλτο: η μάχη της Λαγκάδας στις 18/6/1821 και το στρατόπεδο στο Μακρυνόρος».)

Στο πάνελ των ομιλητών συντονιστής της ημερίδας ήταν ο παλαίμαχος Δημοσιογράφος και λογοτέχνης-«εκ Σελιπιανών, (Καταφυλλίου) Αργιθέας,  καταγόμενος»- κ. Κωστής Νικολάου Τσιάκαλος. Ο πολυβραβευμένος με διεθνή και Ελληνικά βραβεία ποίησης Κωστής έχει εκδώσει πολλές ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα και διηγήματα, θεατρικά έργα, άπειρα άρθρα και ένθετα σε εφημερίδες και περιοδικά. 

Συντονιστής των ηχητικών μέσων ο πολύπειρος κ. Κώστας Φρίντζος που για πολλά χρόνια ασχολείται υπεύθυνα με καλλιτεχνικά θέματα στο “Καλλιτεχνοχώρι” και τον πολιτιστικό Όμιλο “Ρουμελιώτες” στο Αγρίνιο.

Ο ακούραστος Πρόεδρος του οργανωτή Συλλόγου Βαγγέλης καλωσόρισε τους πάνω από 200 επισκέπτες  με τα παρακάτω λόγια:

“Αγαπητοί συγχωριανοί, αγαπητοί φίλοι του συλλόγου μας σας καλωσορίζω στην αποψινή μας ημερίδα ιστορίας για το Χαλκιόπουλο και το Βάλτο. Η ημερίδα αυτή γίνεται με αφορμή τον εορτασμό των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 και σκοπό έχει την ενημέρωση των συγχωριανών και των φίλων για την πραγματικά μεγάλη ιστορία του χωριού μας. Έχει οργανωθεί αποκλειστικά από τον σύλλογό μας με την βοήθεια του Δήμου που μας προσέφερε ένα μέρος των εξόδων και ευχαριστούμε την Αντιδήμαρχο Πολιτισμού κ. Σοφία Ανδρίκουλα για το ενδιαφέρον της. Ευχαριστούμε επίσης την Κοινότητα Χαλκιοπούλων και τον πρόεδρό της κ. Βασίλη Ταλιούρα που είναι απόψε μαζί μας, που μας έδωσε τεχνικές βοήθειες. Εκφράζουμε την συμπαράστασή μας στους συνανθρώπους μας που έχασαν τις περιουσίες τους από τις καταστροφικές φετινές πυρκαγιές  και λυπούμαστε για την απώλεια του φυσικού πλούτου περιοχών της χώρας μας. Καλωσορίζουμε στην σημερινή μας εκδήλωση τον Αντιδήμαρχο του Δήμου Αμφιλοχίας επί των Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών κ. Ανδρέα Ρεγκούτα, τους Δημοτικούς Συμβούλους κυρίους Χριστόφορο Κουσιορή και Κωνσταντίνο Ριζογιάννη, τον πρόεδρο του Συλλόγου Περδικακιωτών Αθήνας και πρόεδρο της ΟΣΥΒΑ κ. Θανάση Κουρέτση, τον πρόεδρο του Συλλόγου Εμπεσιωτών Αθήνας κ. Βασίλη Πατσιαούρα και τον πρόεδρο της Τ.Κ. Χαλκιοπούλων κ. Βασίλη Ταλιούρα. Ευχαριστούμε πολύ και καλωσορίζουμε όλες και όλους τους επισκέπτες στο όμορφο χωριό μας. Σας ευχόμαστε να απολαύσετε μία ευχάριστη βραδιά”. Υπενθύμισε ακόμα ότι στις 20 Αυγούστου 2021 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τον ένδοξο θάνατο του Χαλκιοπουλίτη Βλάση Καραχρήστου, Συνταγματάρχη διοικητή του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων, στις μάχες του Σαγγαρίου στην Μικρά Ασία.   

Ο καθηγητής κ. Αδάμης προλογίζοντας το βιβλίο του κ. Τσιάκαλου “Ενα χωριό στα όπλα...”  τόνισε την ιδιαίτερη αξία που έχει ένα βιβλίο τοπικής ιστορίας στην διαμόρφωση της γνώσης των παιδιών μας τα οποία σήμερα δυστυχώς στερούνται των ιστορικών πληροφοριών που διαμορφώνουν την αυτοσυνείδηση. Γιαυτό τόνισε ότι κάθε βιβλίο που βγαίνει σε έναν τόπο υπηρετεί έναν μεγάλο σκοπό. Εστιάζει στον τόπο στα πρόσωπα  στους ανθρώπους και σε όλο αυτό το ταμείο της μνήμης το οποίο ζει ακόμα δίπλα μας στους παππούδες και στα σπίτια μας. Η παρουσία σας εδώ απόψε τιμά την εργασία του Γιώργου τον οποίο συγχαίρω για το βιβλίο του. Συνέχισε με σύντομη αναδρομή στο περιεχόμενο του βιβλίου από τους προεπαναστατικούς αγώνες των Βαλτινών αγωνιστών και στην συνέχεια στην Εθνεγερσία και την συμβολή τόσων εκατοντάδων  πατριωτών από το Χαλκιόπουλο και τον Βάλτο γενικότερα στην άμυνα του Μεσολογγίου και στην ηρωική έξοδο. Πέρασε στο δεύτερο μέρος του βιβλίου που εξιστορεί τα πολεμικά γεγονότα της αντίστασης και των πρωταγωνιστών του αγώνα στην περιοχή, του Ζέρβα και του αρχηγού του ΕΔΕΣ γιατρού Στέλιου Χούτα.

(Παρών στην εκδήλωση και ο ανιψιός του Αγωνιστή της Αντίστασης και μετέπειτα πολιτικού και Υπουργού Στυλιανού Χούτα, Αρχιτέκτονας αρθρογράφος και πολιτικός σχολιαστής κ. Ιωάννης Χούτας).

Ο συγγραφέας  των αγώνων και αγωνιστών του Χαλκιόπουλου κ. Γεώργιος Τσιάκαλος ευχαρίστησε τον καθηγητή κ. Αδάμη για την παρουσίαση του βιβλίου του και τον πρόεδρο του Συλλόγου κ. Τσιούνη. Καλωσόρισε όλες και όλους που παραβρίσκονται στην εκδήλωση. Περιέγραψε το περιεχόμενο του συγγράμματός του και στάθηκε στα σημαντικά γεγονότα τότε που οι Χαλκιοπουλίτες αγωνίστηκαν για την επικράτηση της Επαναστάσεως του 1821 αλλά και κατά την αντίσταση στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. (Η πλήρης και κατατοπιστική ομιλία του συγγραφέα παρατίθεται στο τέλος του άρθρου.)

Ο πρόεδρος του συλλόγου Βαγγέλης κάλεσε στο πάνελ των ομιλητών τον Κωστή Τσιάκαλο, την Μελίνα Πλεξίδα γενική γραμματέα του συλλόγου  και την Γωγώ Μαυροειδή πολιτιστική γραμματέα. Ανακοίνωσε το πρόγραμμα των επομένων ημερών και ξεκίνησε την ιστορική  ημερίδα για το 1821.

Ο πολύπειρος συντονιστής  Τσιάκαλος με τον ιδιαίτερο χαρισματικό και ενθουσιώδη τρόπο του εξέφρασε τον απέραντο ενθουσιασμό του για το πανέμορφο τοπίο του χωριού. Εξήρε τον παρόντα στο πάνελ Χαλκιοπουλίτη συγγραφέα και το έργο του -συνονόματό του όπως είπε, από το μεγάλο γένος των Τσιακαλαίων με καταγωγή από το ηρωικό Σούλι- και τον συνεχάρη για την επίπονη και πολυετή έρευνά του για την επίτευξη ενός  τεκμηριωμένου και πολύτιμου για την τοπική ιστορία-και όχι μόνο-έργου του το “Ενα χωριό στα όπλα...”.  Έδωσε τον λόγο στον συγγραφέα ο οποίος συνέχισε με την περιγραφή της αντίστασης των “Βαλτινών διαβόλων” στους Τούρκους Πασάδες και τα πολυάριθμα στρατεύματά τους που μάταια προσπάθησαν να διασχίσουν τις “Θερμοπύλες” του Βάλτου και να κατέβουν να καταπνίξουν την Επανάσταση στην Δυτική Ρούμελη και τον Μωριά.

Περιέγραψε λεπτομερώς την συμμετοχή των Χαλκιοπουλιτών Αγωνιστών τόσο στις μάχες του Μακρυνόρους όσο και στην υπεράσπιση της πολιορκημένης Ιεράς πόλεως του Μεσολογγίου.

Η κα. Γεωργία Μαυροειδή στην συνέχεια μίλησε για την συμβολή της οικογένειας των Βαλτινών με καταγωγή από το Χαλκιόπουλο στον απελευθερωτικό αγώνα του λαού μας.  Ξεκίνησε λέγοντας:                 “Στο πλαίσιο της παρούσας ημερίδας, που αποτίνει φόρο τιμής στην συμβολή των Χαλκιοπουλιτών αγωνιστών για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους, η αναφορά στην ιστορική οικογένεια των Βαλτινών κρίνεται τουλάχιστον ως απαραίτητη. Άλλωστε ήταν ο ίδιος ο Θανασούλας Βαλτινός που σε επιστολή του προς την περι εξετάσεως των στρατιωτικών βαθμών επιτροπή αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το επώνυμο της οικογενείας μου εμφαίνει την της γεννήσεως μου». Η σύνδεση λοιπόν του επώνυμου «Βαλτινοί» με το όνομα ολόκληρης της επαρχίας, αδιαμφισβήτητα αναδεικνύει την σημασία που έχει η οικογένεια όχι μόνο για το χωριό μας αλλά και για κάθε ανεξάρτητη ψηφίδα, του πολυποίκιλτου ψηφιδωτού που ονομάζεται «Βάλτος». (Πλήρης ομιλία της κυρίας Μαυροειδή ακολουθεί στο τέλος.)

Τελευταία ομιλήτρια της βραδιάς που με αυτή έκλεισε η ιστορική ημερίδα στο Χαλκιόπουλο ήταν η κα Μελίνα Πλεξίδα.  Μίλησε για τους Κοντογιανναίους από το Χαλκιόπουλο που συνέβαλαν τα μέγιστα στην απελευθέρωση της χώρας. Η οικογένεια Κοντογιάννη είχε αναπτύξει αξιόλογη δράση από τον 17ο αιώνα.  Είχε αρκετά μέλη τα οποία δρούσαν ως κλέφτες ή αρματολοί και κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης υπήρξαν Αγωνιστές της πατρίδας. (Πλήρης ομιλία της κα. Μελίνας Πλεξίδα ακολουθεί στο τέλος)

Με το πέρας των ομιλιών πολλοί συγχωριανοί και επισκέπτες στην εκδήλωση προμηθεύτηκαν το βιβλίο του Γιώργου Τσιάκαλου “Ενα χωριό στα όπλα...” Είναι η καλυτερη “επένδυση” που έκαναν μιά και το βιβλίο είναι όχι μόνο ιστορικό ντοκουμέντο αλλά και συλλεκτικό κομμάτι. Σύντομα θα κυκλοφορήσει και σε δεύτερη έκδοση αλλά η πρώτη θα έχει πάντα την συλλεκτική της αξία, δηλαδή άμεσα τον διπλασιασμό του όποιου αντιτίμου αγοράς!

Μια και ο καύσωνας είναι ιδιαίτερα έντονος αυτές τις μέρες στα μέσα Αυγούστου πολλοί  επισκέπτες ξεδίψασαν με τα κρύα αναψυκτικά και γεύτηκαν τα σπιτίσια γλυκά και τους πεντανόστιμους μεζέδες που πλουσιοπάροχα προσέφερε στην εκδήλωση ο Πρόεδρος του τοπικού Πολιτιστικού Συλλόγου  Χαλκιοπούλων κ. Φώτης Ε. Νέστορας.

Το πρόγραμμα εκδηλώσεων των επομένων ημερών είναι πολύ ενδιαφέρον, με κυρίως υπαίθριες δραστηριότητες, μέσα σε μαγευτικά και άγνωστα σε πολλούς τοπία του χωριού!

Απόστολος Κων. Καρακώστας

1η ομιλία          Ένα χωριό στα όπλα…

Γιώργος Τσιάκαλος, παρουσίαση Βιβλίου 13/8/2021                         Τέτοιες ημέρες περίπου, πριν 78 χρόνια, τον Αύγουστο του 1943, επίλεκτες δυνάμεις καταδρομών του γερμανικού στρατού κατέκλυζαν τον τόπο που απόψε βρισκόμαστε. Ήδη καίγονταν τα πρώτα σπίτια στο χωριό (το παλιό χωριό) και στο συνοικισμό στα δυτικά του, στα Προσήλια. Οι κάτοικοί του έτρεχαν στις ράχες του βουνού για να ξεφύγουν με την ιαχή «έρχονται οι Γερμανοί» να πλανάται στον αέρα. Η εντολή που είχε η γερμανική καταδρομική δύναμη από τη διοίκησή της στο Αγρίνιο ήταν σαφής: να εξουδετερωθεί κάθε ανταρτική κίνηση στον Βάλτο και ιδιαίτερα στο κέντρο αυτής στο Χαλκιόπουλο.                       Γιατί όμως συνέβαιναν αυτά; Τί είχε μεσολαβήσει; Για να απαντηθούν τα ερωτήματα θα πρέπει να γίνει μια μικρή αναδρομή στον οργασμό των εξελίξεων που συνέβησαν στην περιοχή. Ήδη από τους πρώτους μήνες της κατοχής της χώρας από τις δυνάμεις του Άξονα (Ιταλίας, Γερμανίας) στον Βάλτο και ιδιαίτερα στο Χαλκιόπουλο άναψε η φλόγα της αντίστασης απέναντι στον κατακτητή. Δημιουργούνται οι πρώτες ένοπλες αντάρτικες ομάδες και μπαίνουν οι βάσεις του λεγόμενου μαζικού αντιστασιακού κινήματος, καθώς όλος ο πληθυσμός της περιοχής αναλαμβάνει το βάρος της ένοπλης αναμέτρησης με τους κατακτητές. Το Χαλκιόπουλο, βρίσκεται στην πρωτοκαθεδρία του Αγώνα. Όπως αναφέρει ο οπλαρχηγός του ΕΔΕΣ Παπακώστας από την Άρτα, που έφτασε μαζί με το γνωστό αξιωματικό στους πολιτικούς και στρατιωτικούς κύκλους των Αθηνών και αρχηγό της οργάνωσης του ΕΔΕΣ Ναπολέοντα Ζέρβα στον Βάλτο, καθώς εισέρχονταν στο Χαλκιόπουλο τους πρώτους μήνες του ξεκινήματος της αντίστασης, βρήκαν στο χωριό έναν πρωτόγνωρης τρομερής έντασης ενθουσιασμό σε σχέση με τα άλλα χωριά που περνούσαν. Χτυπούσαν οι καμπάνες με πατριωτικό αναστάσιμο παλμό και τους παρουσίασε όπλα ένα άγημα ενόπλων κατά την είσοδό τους στο χωριό. Η προσμονή του κόσμου ήταν εντυπωσιακή. Τα πάντα ήταν οργανωμένα, καθώς ήταν ορατό, ότι βρισκόντουσαν στην έδρα του οπλαρχηγού και ιατρού στο επάγγελμα Στυλιανού Χούτα, ο οποίος φτάνοντας στο Χαλκιόπουλο το μετέτρεψε σε έδρα του Αρχηγείου του. Το Αρχηγείο Βάλτου έμελε να αναγνωριστεί από εχθρούς και φίλους, ως ένα από τα ισχυρότερα ανταρτικά συγκροτήματα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Το Χαλκιόπουλο λοιπόν βρίσκεται σε έναν στενό πυρήνα περιοχών της Ελλάδας που γεννήθηκε και άναψε η σπίθα της ελευθερίας.                                                                        Ολόκληρη η επαρχία του Βάλτου αποτέλεσε μία νησίδα ελευθερίας στην κατεχόμενη Ελλάδα που αποτελούσε καταφύγιο για όσους ήθελαν να αναπνέουν ελεύθερα και να οργανωθούν στις ένοπλες τάξεις της εθνικής αντιστασιακής οργάνωσης του ΕΔΕΣ. Περισσότεροι από 1.000 ένοπλοι Βαλτινοί κατά κύριο λόγο – και όχι μόνο- μαχητές πυκνώνουν τις γραμμές του Αρχηγείου. Οι Χαλκιοπουλίτες αποτελούν την πλέον πολυάριθμη ομάδα. Οι πατεράδες από όσους γηραιότερους βρίσκονται απόψε εδώ και οι παππούδες από όσους νεότερους βρισκόμαστε απόψε εδώ αποτελούν τον πυρήνα του δραστήριου αυτού ανταρτικού στρατού. Το ίδιο και οι μανάδες ή γιαγιάδες επίσης όσων βρισκόμαστε εδώ, καθώς δεν περίσσευε κανένας σε αυτόν τον δύσκολο αγώνα. Πέρα από τις μάχες, η μεταφορά και η απόκρυψη εφοδίων, το κράτημα όρθιων των σπιτιών όσο έλλειπαν οι άνδρες στα στρατιωτικά τους καθήκοντα αφορούσαν κατά κύριο λόγο τη δράση των γυναικών που έμεναν πίσω.                                                                                                                                           Όλα αυτά ήταν η αρχή μιας σειράς γεγονότων που οδήγησαν σε στιγμές θριάμβου για την ελληνική αντίσταση. Οι μεγάλες μάχες στον Αχελώο, στο Κλειδί, στο Τσακνοχώρι και βεβαίως η τρομερής έντασης πολυήμερη μάχη στο Μακρυνόρος ήταν αποτέλεσμα της παρουσίας των προγόνων μας στα πεδία των μαχών με μόνη προσμονή και ανταμοιβή την ελευθερία της πατρίδας. Αποτελεί ένα είδος φόρου τιμής η διάσωση των ονομάτων όλων αυτών των απλών αγωνιστών της υπαίθρου, αγράμματοι οι περισσότεροι, που σήκωσαν το όπλο στο χέρι και υπό την ηγεσία ικανοτάτων ηγητόρων αξιωματικών Ελλήνων και Άγγλων, που έσπευσαν στα χώματά μας κατάφεραν να πετύχουν σπουδαίες νίκες που υμνήθηκαν από όλους τους συγχρόνους τους. Όπως τόνισε ένας σημαντικός Άγγλος αξιωματικός που έδρασε και στα εδάφη μας, οι μάχες στο Μακρυνόρος και στον Αχελώο ήταν τεράστιας σημασίας για την όλη εξέλιξη του παγκοσμίου πολέμου, καθώς παραπλάνησαν τη γερμανική διοίκηση στο Βερολίνο και κατάφεραν οι συμμαχικές δυνάμεις να πετύχουν την απόβαση στην Ιταλία, συμβάλλοντας καθοριστικά στη συμμαχική τελική νίκη.                                                                                                                            Όπως όμως κάθε στιγμή θριάμβου στη μακραίωνη ελληνική ιστορία ακολουθείται και από την πικρή συνέχειά της έτσι συνέβη και με την ταραγμένη περίοδο του 1940. Η εμφύλια σύγκρουση δεν άργησε να έρθει. Πάλι στον τόπο που βρισκόμαστε τον Οκτώβριο του 1943 σημειώθηκε η πρώτη μεγάλης έντασης εμφύλια σύγκρουση στον ελληνικό χώρο μεταξύ των δύο μεγαλύτερων αντιστασιακών οργανώσεων. Του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ. Στον τόπο που βρισκόμαστε λοιπόν και στις ράχες που μας περιβάλλουν συμπλέκονται περί τους 2.000 αντάρτες των δύο οργανώσεων με το αδερφικό αίμα να ρέει. Οι Χαλκιοπουλίτες μαζί με τους υπόλοιπους Βαλτινούς μάχονται για να διατηρήσουν την έδρα τους, την επιβίωσή τους και οι δε αντίπαλοί τους να επικρατήσουν και στα εδάφη αυτά. Η ιστορία πάντα θα πρέπει να τονίζει κάθε πτυχή της. Όλα όσα συνέβησαν στον Βάλτο και ιδιαίτερα στο Χαλκιόπουλο από τις αρχές του 1940 που ξεκίνησε η αντίσταση απέναντι στον κατακτητή έως το τέλος της δεκαετίας που έληξε η εμφύλια σύγκρουση αφορούν όχι απλά την τοπική στενά ιστορία αλλά όλη την ελληνική ιστορία.                                      Επανερχόμενος στις βιωματικές ιστορίες που άκουγα από την παιδική μου ηλικία από τη γιαγιά μου ή άλλους γηραιότερους που σήμερα δεν βρίσκονται κοντά μας, γνώρισα ονόματα Χαλκιοπουλιτών μέσα από ιστορικά αρχεία ή προφορικές διηγήσεις, ονόματα που θεώρησα καλό να μην λησμονηθούν ποτέ από το πέπλο της λησμονιάς του χρόνου. Θεώρησα καθήκον, όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι που κλήθηκαν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, που η ιστορική συγκυρία τους κάλεσε, να αποτυπωθούν σε ένα κομμάτι χαρτί και τα επιτεύγματά τους, τόσο σημαντικά για την ελληνική ιστορία γενικά ξαναλέω, να μείνουν ζωντανά μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου. Όλοι αυτοί οι παππούδες, οι πατεράδες, οι γιαγιάδες και οι μητέρες όλων όσων βρισκόμαστε απόψε εδώ έκανα το καθήκον τους, όπως έκαναν οι δικοί τους παππούδες ή προπαππούδες, όταν κλήθηκαν να αγωνιστούν ενάντια στον Τούρκο κατακτητή εκατό χρόνια περίπου πριν τη δική τους εποχή, το 1821. Ακολούθησαν την παράδοση της αγέρωχης και ένοπλης αντίστασης, αποκτώντας τον τίτλο του μικρού ήρωα της ιστορικής πραγματικότητας, καθώς ρίχτηκαν στη μάχη χωρίς να περιμένουν καμιά απολαβή, ζώντας με τον θάνατο σε κάθε τους βήμα, αναγκαζόμενοι να εγκαταλείψουν τις εστίες τους κυνηγημένοι στις ακτές της Αμφιλοχίας κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, για να σωθούν από τις επιδρομές των αντιπάλων που έσπευσαν να κυριαρχήσουν στον τόπο τους.                Χωρίς να θέλω να καταχραστώ άλλο τον χρόνο και να σας κουράζω, σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να αποδώσει τον απαραίτητο φόρο τιμής σε αυτούς τους απλούς αγωνιστές, σε αυτούς τους μικρούς ήρωες, στους προγόνους μας, που έβαλαν το μικρό τους λιθαράκι στη διαμόρφωση της νεότερης ελληνικής ιστορίας και να φωτίσει σημαντικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στον τόπο μας.

Ευχαριστώ!

2η ομιλία

Η οικογένεια των Βαλτινών και η συμβολή της στην ελληνική επανάσταση

Της Μαυροειδή Γεωργίας

 

Στο πλαίσιο της παρούσας ημερίδας, που αποτίνει φόρο τιμής στην συμβολή των Χαλκιοπουλιτών αγωνιστών για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους, η αναφορά στην ιστορική οικογένεια των Βαλτινών κρίνεται τουλάχιστον ως απαραίτητη. Άλλωστε ήταν ο ίδιος ο Θανασούλας Βαλτινός που σε επιστολή του προς την περι εξετάσεως των στρατιωτικών βαθμών επιτροπή αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το επώνυμο της οικογενείας μου εμφαίνει την της γεννήσεως μου». Η σύνδεση λοιπόν του επώνυμου «Βαλτινοί» με το όνομα ολόκληρης της επαρχίας, αδιαμφισβήτητα αναδεικνύει την σημασία που έχει η οικογένεια όχι μόνο για το χωριό μας αλλά και για κάθε ανεξάρτητη ψηφίδα, του πολυποίκιλτου ψηφιδωτού που ονομάζεται «Βάλτος».

Η δράση των Βαλτινών εντοπίζεται στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Λέγεται ότι γενάρχης της οικογένειας υπήρξε άνδρας άγνωστης ταυτότητας από το Χαλκιόπουλο. Εκείνος έχοντας μόνο ένα παιδί, τον Θόδωρο, βρέθηκε σύντομα στην Κωνσταντινούπολη, όπου εξαιτίας της εμπλοκής του σε σκάνδαλο αναγκάστηκε να αλλαξοπιστήσει και να λάβει το όνομα Καραοσμάνογλου. Έχοντας την υποστήριξη των Οθωμανών ο Καραοσμάνογλου πια προβιβάστηκε σε μεγάλα αξιώματα, ενώ στάλθηκε στο Αγρίνιο προκειμένου να υπηρετήσει ως Βοεβόδας. Εκεί μεταφέρθηκε κι ο γιος του Θόδωρος, ο οποίος παρέμεινε στο Αγρίνιο μέχρι την δολοφονία του πατέρα του από τους Οθωμανούς. Κατόπιν ο Θόδωρος επέστρεψε στο Χαλκιόπουλο, όπου νυμφεύθηκε και έκανε ένα γιο τον Πάνο. Ο Πάνος έκανε δυο παιδιά τον Δήμο και τον Πάνο. Από αυτούς, ο Δήμος είχε τον Γεώργο και την Αλτάνη ή Λενιώ Δροσίνη, προγιαγιά του εθνικού μας ποιητή Γεώργιου Δροσίνη ενώ ο Πάνος τον Κωσταντή, τον Γιάννη, τον Νίκο και τον Σωτήρη.

 

Εξ΄αυτών ο Κωνσταντής αφότου σπούδασε έγινε γραμματέας του πασά του Γαρδικίου, του λεγόμενου Δεμίρ Ντόστη απ’τον οποίο έλαβε τον παρωνύμιο «Ντόσταγας». Με την καταστροφή του Γαρδικίου από τον Αλή πασά,  ο Ντόσταγας πιάστηκε αιχμάλωτος. Ωστόσο η σπουδαία μόρφωση του ενέπνευσε την εμπιστοσύνη του Αλή πασά, ο οποίος τον προσέλαβε στην εμπιστευτική υπηρεσία στα Γιάννενα και τον μετονόμασε σε Κωνσταντή Βαλτινό. Εώς σήμερα διασώζεται η αρχή ενός τραγουδιού με την αναφορά στο Κωνσταντή που εξαίρει την ομορφιά του.

Η πρόοδος τόσο του Κωνσταντή όσο και του αδερφού του Γιάννη κοντά  στον Αλή πασά έγειρε αντιδράσεις και οδήγησε σε ακραίες συμπεριφορές τους κλέφτες Κατσαντώνη και Λεπενιώτη. Συγκεκριμένα ο δεύτερος, ένα μεσημέρι του 1805, άρπαξε από την Λεπενού του Βάλτου την Μαρία την γυναίκα δηλαδή του Γιάννη Βαλτινού μαζί με τον γιο τους Θανασούλα καθώς ακόμη και μερικές γυναίκες συγγενείς της Μαρίας. Παρότι η διαταγή που έδωσε ο Λεπενιώτης, ήταν στην περίπτωση της καταδίωξης να φονευθούν οι απαχθέντες, οι γυναίκες αφέθηκαν ελεύθερες οι οποίες στην συνέχεια κατάφεραν να διασώσουν τον Θανασούλα, που είχε πεταχτεί στον Αχελώο. Το βιβλικό αυτό γεγονός αύξησε την εύνοια του Αλή πασά προς την οικογένεια των Βαλτινών και ως απόδειξη αυτής ο τύραννος ανακηρύχθηκε προστάτης και κηδεμόνας του Θανασούλα. Αργότερα ο Αλή πασάς ανέλαβε την εκπαίδευση του παιδιού και μόλις αυτό ενηλικιώθηκε έλαβε εξέχουσα θέση στην αυλή του. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν να φυλά την σφραγίδα του πασά και να γνωρίζει επακριβώς την περιουσία του. Χαρακτηριστικές για τον πλούτο του Αλή πασά είναι κάποιες ιδιόχειρες(;;;) σημειώσεις του Θανασούλα που διασώζονται στο βιβλίο του Γούδα. Αναφέρουμε ενδεικτικά: Μια σπάθη αδαμαντοκόλλητη  ,με εικόνα Θεομήτορος και του Ιησού Χριστού, αξίας 55.000 γροσίων. Το 1820 σε μια εποχή που οι συγγενείς του είχαν ήδη λάβει τα όπλα υπέρ της πατρίδας, Ο Θανασούλας για να μην κινήσει υποψίες συνόδευσε τον Αλή πασά, διακινδύνευσε και πολιορκήθηκε μαζί του, Μετά την πτώση του πασά, ο Βαλτινός ήρωας συνελήφθη και αιχμαλωτίστηκε. Αν και με το ξέσπασμα της επανάστασης, οι Τούρκοι έδωσαν αμνηστία σε όλους οσοι είχαν προσκυνήσει τον πασά, εξακολούθησαν να κρατούν αιχμάλωτο τον Θανασούλα  προκειμένου οι συγγενείς του να παρέμβουν για την απελευθέρωσή του και να υποταχθούν κι εκείνοι. Ο Θανασούλας όμως Όντας ευρηματικός κατάφερε να τους διαβεβαιώσει ότι δεν διατηρούσε καμία απολύτως σχέση με την οικογένειά του. Έτσι παρέμεινε κρατούμενος στα Γιάννενα, ενώ δεν του επετράπη η επιστροφή του στους Χαλκιοπούλους. Το 1824, λίγα χρόνια δηλαδή μετά από την μεγάλη καταστροφή των Τούρκων στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου, δύο Αλβανοί Οθωμανοί που φρουρούσαν τον Θανασούλα, τον ρώτησαν: «Γιατί οι Χριστιανοί μάχονται τόσο λυσσωδώς κατά των τούρκων;». Εκείνος τους απάντησε για την ελευθερία και την θρησκεία. Οι Αλβανοί τότε έβρισαν το Θρήσκευμα των Χριστιανών. Ο αγωνιστής  ανταπέδωσε, πετώντας ένα αναμμένο δαυλί στον έναν φύλακα και αρπάζοντάς του την πιστόλα. Το οξύ επεισόδιο που ακολούθησε καθώς και η φήμη του βαλτινού αγωνιστή γνωστοποιήθηκαν στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος θέλησε να διευκολύνει τον Θανασούλα να δραπετεύσει. Σε αντάλλαγμα δε αυτής υπηρεσίας, ο Θανασούλας έπρεπε να συναντήσει τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τους λοιπούς επαναστάτες και να τους πείσει, να περιορίσουν την επανάσταση ανατολικά μέχρι τον Δομοκό και δυτικά μέχρι την Άρτα. Ο Θανασούλας πρόθυμα υποσχέθηκε να μεσολαβήσει στο Μαυροκορδάτο. Αντ’ αυτού όμως ο ήρωας όταν ελευθερώθηκε συνάντησε τον Μαυροκορδάτο και του προσέφερε τις υπηρεσίες του για την ευόδωση του ξεσηκωμού των Ελλήνων. Ακολούθως, πήγε να συναντήσει τον πατέρα του τον Γιάννη που ήταν «κλέφτης» και μετέπειτα τον θείο Γεώργο- μπάρμπα Βαλτινό που ήταν τότε με τον Καραϊσκάκη στα Άγραφα. Υπό την ηγεσία του θείου του διοίκησε ένα σώμα 45 και αργότερα 75 ανδρών.  Την περίοδο της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου ο Θανασούλας παρέμεινε με τον Καραϊσκάκη στο Καρπενήσι. Κατά την Έξοδο βρέθηκε στη Δερβέκιστα αναχαιτίζοντας τους Τούρκους, ενώ συνόδεψε τους διασωθέντες Έλληνες της πολιορκίας μέχρι το Ναύπλιο. Το 1827 ο Θανασούλας αναχώρησε από το Ναύπλιο τάχθηκε υπό τον γενικό αρχηγό Καραϊσκάκη στα πεδία της Αττικής. Εκεί διακρίθηκε σε πολλές μάχες κι έλαβε τον βαθμό του εκατόνταρχου.  Ύστερα από διάφορες σπουδαίες και εμπιστευτικές υπηρεσίες, τιμήθηκε με το Αργυρό Αριστείο προβιβάστηκε στον βαθμό του υποστρατήγου και μετέπειτα διορίστηκε υπασπιστής του 'Οθωνα. Το 1864 υπέβαλλε την παραίτηση του, η οποία έγινε δεκτή. Συνόδεψε τον Όθωνα στην Βαυαρία, όπου παρέμεινε μετά το θάνατό του.  Η παράταση της διαμονής του χωρίς άδεια και εν γένει η καθυστερημένη επιστροφή του στην Ελλάδα, οδήγησε την τότε κυβέρνηση να συγκροτήσει στρατοδικείο εναντίον του. Το δικαστήριο απεφάνθη την παμψηφεί αθωότητα του αξιωματικού.

 

Ας εξετάσουμε τώρα την δράση των υπόλοιπων Βαλτινών Ο πατέρας του Θανασούλα, ο Γιάννης εγκαταστάθηκε στα Γιάννενα όπου κάλεσε τον ξάδερφό του Γεώργο ή Γιωργάκη και τα υπόλοιπα αδέλφια του, τον Νίκο και τον Σωτήρη. Η οικογένεια Βαλτινών έχοντας μεγάλη επιρροή στην αυλή του πασά κατάφερε όχι μόνο να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των συμπατριωτών της αλλά και να σώσει πολλούς χριστιανούς ακόμη και από θάνατο. Σύντομα οι Βαλτινοί έγιναν και μέλη της φιλικής εταιρείας αφού κατηχήθηκαν από τον Αινιάνον. Όταν η ελληνική επανάσταση έφτασε στο απόγειό της οι Βαλτινοί εγκατέλειψαν τα συμφέροντα του Αλή πασά και ενώθηκαν με τους χριστιανούς.
Ο Σωτήρης  Βαλτινός γεννημένος το 1790, υπηρέτησε ως αξιωματικός σε πλήθος μαχών, ενώ συμμετείχε στην Β΄ Έξοδο του Μεσολογγίου. Ακολούθησε τον Καραϊσκάκη στην μεγάλη εκστρατεία του στην Ανατολική Ελλάδα. Διετέλεσε χρέη φροντιστή στρατοπέδου στην Αττική καθώς και βουλευτή μέχρι την έλευση του Καποδίστρια το 1828. Έλαβε το αργυρό αριστείο στην απελευθέρωση ενώ πέθανε στην Πάτρα.

Ο Γεωργος ή Γιωργάκης Βαλτινός αφότου ενηλικιώθηκε, έφυγε από τα Γιάννενα και έτρεξε κοντά στον αρματολό του Πατρατζικίου Κώστα Κοντογιάννη. Όταν ο Κοντογιάννης καταδιώχθηκε από τον πασά και μετά την δολοφονία του, ο Γεώργος πιάστηκε αιχμάλωτος. Τόσο όμως η ομορφιά όσο και η λεβεντιά του νέου αποτέλεσαν αντικείμενα θαυμασμού από τον πασά, ο οποίος του έδωσε αμνηστία και τον κράτησε στην αυλή του. Μόλις ξεκίνησε η πολιορκία κατά του Αλή πασά, ο Γεώργος νοίκιασε πολλά τελωνεία του Βιλαετιού του Αλή πασά εντός της ελληνικής επικράτειας προκειμένου να προμηθεύεται πολεμοφόδια για την εθνική εξέγερση. Ο ήρωας συμμετείχε στις μάχες της Άρτας, της Βόνιτσας και του Βραχωρίου το 1821. Αργότερα πολέμησε στο Κομπότι, στο Πέτα και στην Πλάκα. Όπως γράφει ο Τρικούπης και για ένα μικρό χρονικό διάστημα οι  οπλαρχηγοί Γιωργάκης Βαλτινός, Ίσκος, Μπακόλας και  Ράγγος συμμάχησαν με τον Ομέρ Βρυώνη και συμμετείχαν στην Α΄ πολιορκία του Μεσολογγίου. Αυτή η συμμαχία μάλλον άνηκε στα καπάκια, ήταν δηλαδή διπλωματικός ελιγμός, διότι αργότερα οι εν λόγω οπλαρχηγοί εγκατέλειψαν το στρατόπεδο του Ομέρ Βρυώνη, γύρισαν πίσω στο Βάλτο και κατέλαβαν τα στενά του Μακρυνόρους με σκοπό να ανακόψουν τον ανεφοδιασμό του Βρυώνη από την Ήπειρο. Όταν οι Τούρκοι, πληροφορήθηκαν «το κλείσιμο των στενών» του Μακρυνόρους, έφυγαν από το Μεσολόγγι αφήνοντας πίσω τους, στην πολιορκία, ελάχιστες δυνάμεις.

Η δράση του Γιωργάκη Βαλτινού επεκτάθηκε και στην Πελοπόννησο, όπου το 1825 συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη της Σχοινόλακας εναντίον του Ιμπραήμ πασά. Επίσης έλαβε μέρος στις μάχες στο Κλήμα Δωρίδας, στο Καρπενήσι και στο Ζυγό. Την ίδια χρονιά σύμφωνα με τον Τρικούπη, ο Γιωργάκης Βαλτινός, μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλλα και τον Κώστας Φωτομάρα αποβιβάζονται στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, εισέρχονται στην πολιορκία αναλαμβάνοντας καθένας από αυτούς την φρούρηση ενός προμαχώνα. Επίσης, φρουροί προμαχώνα ήταν ο Νότης Μπότσαρης, ο Κουσούρης, ο Μακρής, ο Γεώργος Κίτσος, ο Νίκος Ζέρβας, ο Ίσκος και ο Τσόγγας.  Όλοι οι προαναφερθέντες οπλαρχηγοί συμβουλεύονταν μια φορά την ημέρα στον προμαχώνα του γεροντότερου, δηλαδή του Γεώργου Βαλτινού, τον οποίο μάλιστα αποκαλούσαν και μπάρμπα. Σε κάποιο μάλιστα συμβούλιο λέγεται ότι ο Γιωργάκης πρότεινε να κλέψουν την νύχτα το χώμα που σώριαζαν οι Τούρκοι μπροστά από τους προμαχώνες τους, με σκοπό να υπερυψώσουν τα κανόνια τους και να χτυπήσουν έτσι καλύτερα την πόλη. Οι οπλαρχηγοί συμφώνησαν και τα σχέδια των Τούρκων απέβησαν άκαρπα. Μετά την ηρωική του έξοδο απ΄ το Μεσολόγγι και την άφιξή του στο Ναύπλιο ο γέρος πια μπάρμπα-Βαλτινός δεν σταμάτησε να προσφέρει τις υπηρεσίες στο νεοσύστατο κράτος. Συμμετείχε στην εκστρατεία

της απελευθέρωσης της Δυτικής Ελλάδας το 1828,

ως Γενικός Φροντιστής του στρατοπέδου του Αρχιστρατήγου Τσώρτς. Έλαβε μέρος ως πληρεξούσιος Βάλτου στις συνελεύσεις Άστρους, Άργους και Τροιζηνας ενώ αναφέρεται ότι το 1829 επί της κυβερνήσεως Καποδίστρια  διορίστηκε έκτακτος επίτροπος στην Λακωνία. Επί δε του 'Οθωνος «αναγνωρίστηκε» συνταγματάρχης. Τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Ιππότη του Τάγματος του Σωτήρος και

τον Αργυρό Σταυρό.  Αργότερα  διορίστηκε σύμβουλος της επικράτειας έχοντας ως συνεργάτες  τον Ζαΐμην, τον Πετρόμπεην και άλλους. Πέθανε στην Αθήνα το 1837.

 

Εκτός από αυτόν, διασώθηκαν και οι ανδρείοι ανιψιοί του Γάκης Βαλτινός και Καρακώστας Δροσίνης. Όταν ο Τζαβέλας με 30 παλικάρια ταμπουρώθηκε στον ναό της Αγίας Τριάδας στο νησάκι Κλείσοβα σκότωσε πολλούς Τουρκαλβανούς ώστε η θάλασσα να γίνει ερυθρή από το αίμα. Αν και η μάχη μαινόταν αδιάκοπη, ο Τζαβέλας έμοιαζε πλέον καταδικασμένος, προ παντός από την έλλειψη φυσεκιών και πιο πολύ από την έλλειψη νερού. Εν τούτοις στην κρίσιμη αυτή στιγμή παρουσιάστηκαν μερικοί Μεσολογγίτες και Βαλτινοί αποφασισμένοι να πεθάνουν. Αυτοί ετοιμάστηκαν να μεταφέρουν με δύο ψαρόβαρκες νερό και πολεμοφόδια στον Τζαβέλα. Στην αποστολή αυτή του θανάτου έλαβαν μέρος ο Κωσταντής Τρικούπης, 10  ανώνυμοι Μεσολογγίτες και δύο ξαδέρφια Βαλτινοί. ο Γάκης Βαλτινός, , και ο Καρακώστας Δροσίνης. Η αποστολή όμως αυτή, δυστυχώς κιόλας από το ξεκίνημα έγινε αντιληπτή, και οι Τουρκαλβανοί άρχισαν να βάλλουν με σφαίρες τους Έλληνες αγωνιστές. Το αποτέλεσμα ήταν να βουλιάξει η βάρκα του Τρικούπη και να σκοτωθούν και τρεις ανώνυμοι άνδρες. Όταν οι Βαλτινοί είδαν την τύχη των συντρόφων τους, έπεσαν στην λιμνοθάλασσα, και σπρώχνοντας την βάρκα κατόρθωσαν σιγά-σιγά να απομακρυνθούν από την απόσταση βολής των σφαιρών και να φτάσουν στο πίσω μέρος της νησίδας. Όλοι μαζί πια οι Έλληνες αγωνιστές, χωρίς να χάσουν στιγμή βγήκαν από το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας και όρμησαν με τα σπαθιά κατασφάζοντας περισσότερους από 300 Αρβανίτες, οι οποίοι είχαν κατορθώσει να αποβιβαστούν στο Δυτικό μέρος της νησίδας.
Μετά την νικηφόρα και ξακουστή μάχη, οι αγωνιστές επέστρεψαν στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι. Κατά τη διάρκεια της Εξόδου, ο Γάκης Βαλτινός προπορευόταν του γέρου μπάρμπα του Γιωργάκη για να διευκολύνει την δίοδό του, ενώ ο Δροσίνης τον ακολουθούσε για να προλαβαίνει τυχόν επίθεση των Τούρκων από τα νώτα. Αφού κατόρθωσαν οι τρεις Βαλτινοί  να διαφύγουν από τις δυνάμεις των εχθρών, έφτασαν τελικά στην Δερβέκιστα, όπου συνάντησαν τον Καραϊσκάκη που έρχονταν σε βοήθειά. Από την Δερβέκιστα «οι διασωθέντες κατέφτασαν στο Ναύπλιο. Εκεί παρέμειναν για λίγο καθώς στη συνέχεια επέστρεψαν με γενναιότητα στις μάχες. Ο Γάκης αναχώρησε το 1827 από το Ναύπλιο, μαζί με τον Θανασούλα τάχθηκε υπό τον γενικό αρχηγό Καραϊσκάκη στα πεδία της Αττικής, έλαβε  μέρος στις μάχες της Δόμβραινας, της Αράχωβας και  του Κερατσινίου. Διετέλεσε φρούραρχος για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Λαμία προβιβάστηκε στον βαθμό του συνταγματάρχη, ενώ πέθανε  στο Μεσολόγγι το 1856.  Ο Καρακώστας Δροσίνης «έσπευσε ως αρχηγός πολυάριθμου αποσπάσματος, στην Αττική και διέπρεψε σε διάφορες μάχες, ιδίως κατά την άλωση της Μονής του Αγίου Σπυρίδωνος στον Πειραιά. Το τέλος του Δροσίνη επήλθε φυσιολογικά  το 1827 στη Σαλαμίνα.

 

Πολλά ακόμη μέλη της οικογένειας των Βαλτινών διακρίθηκαν. Ο Ανδρέας και ο Σωτήρης Βαλτινός ενώ σπούδαζαν στην Πίζα της Ιταλίας, γύρισαν στην Ελλάδα, και συμμετείχαν στην πολιορκία του Μεσολογγίου.  Κατά τα τέλη του 1825 οι 2 άνδρες στάλθηκαν από την Φρουρά του Μεσολογγίου στο Ναύπλιο, για να ζητήσουν από την Κυβέρνηση τροφές και πολεμοφόδια.  Στον γυρισμό όμως το 1826 κατά την προσπάθεια τους να μπούνε ξανά στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι, έγιναν αντιληπτοί από τους Τούρκους. Επακολούθησε συμπλοκή. Εκεί ο υποχιλίαρχος Σωτήρης σκοτώθηκε μαχόμενος. Ενώ ο αντιστράτηγος Ανδρέας Βαλτινός αιχμαλωτίστηκε, αποκρύπτοντας την ταυτότητά του. Όταν οι Τούρκοι ανακάλυψαν την καταγωγή του, τον έριξαν σε ένα στενό και βαθύ ξεροπήγαδο όπου έβαζαν όσους προόριζαν για εκτέλεση. Ευτυχώς όμως γι’ αυτόν ο δεσμοφύλακάς του ήταν κάποιος Κεφαλλονίτης Χριστιανός, που αποφάσισε να τον βοηθήσει.Έτσι την παραμονή της εκτέλεσής του, ο Ανδρέας, βγήκε από το πηγάδι με ένα σκοινί που του έριξε ο κεφαλλονίτης και μαζί κατέφυγαν σε έναν στάβλο. Ιππείς καθώς ήταν, δραπέτευσαν, μπήκαν στο Μεσολόγγι και έλαβαν μέρος στην Έξοδο. Αργότερα ο Ανδρέας έλαβε το Αργυρό Αριστείο του Αγώνα.

   Επίσης στον αγώνα τον Μεσολογγίου συμμετείχε και ο Παναγιώτης Βαλτινός, γιός του Σωτήρη. Αν και ανήλικος 12 περίπου ετών ο Παναγιώτης, εμποδισμένος να λάβει μέρος στις μάχες, θέλησε να πάρει εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα του. Έφυγε λοιπόν κρυφά και πήγε στο Σκαλί μία τοποθεσία κοντά στο Αιτωλικό. Εκεί τον συνέλαβε η Ελληνική φρουρά από την οποία όμως ξέφυγε, κλέβοντας μάλιστα μία πιστόλα. Αφού προχώρησε στην νεκρά ζώνη, συνάντησε έναν έφιππο Γκέκαν που προπορεύονταν 100 μέτρα μπροστά από 3 Αλβανούς. Ο Παναγιώτης κατάλαβε τις άγριες διαθέσεις του, γι’ αυτό χωρίς να χάσει καιρό σήκωσε την πιστόλα  και τον σημάδεψε, πετυχαίνοντας τον. Οι άλλοι σύντροφοι του Γκέκα τράπηκαν σε φυγή. Τότε ο μικρός ήρωας πήρε τα όπλα του εχθρού και γύρισε στο Σκαλί. Έτσι ο  Παναγιώτης  με τον επαναστατικό του χαρακτήρα απέδειξε ότι παρά το νεαρό της ηλικίας του, ήταν ένας άξιος γόνος της ηρωικής οικογένειας των Βαλτινών. Μετά από την παραπάνω ανδραγαθία του χειραφετήθηκε και άρχισε να λαμβάνει μέρος σε μικρές αψιμαχίες της φρουράς.  Σε μία μάλιστα αψιμαχία θάφτηκε ζωντανός. Όταν τον έβγαλαν από τα χώματα ήταν μισοπεθαμένος από τα πολλά τραύματα. Τότε τον έστειλαν στον Κάλαμο ένα νησάκι μεταξύ Αστακού και Λευκάδας, για να του περιποιηθούν τα τραύματα, που τον κατέστησαν ανήμπορο να λάβει μέρος στην Έξοδο του Μεσολογγίου.

   Επίσης από την μεγάλη αυτή οικογένεια των Βαλτινών, επέζησε και διέπρεψε και ο νεότερος αδελφός του Θανασούλα ο Βλάσης Βαλτινός, ταγματάρχης του επιτελείου, στρατοδίκης και αρχισυντάκτης του περιοδικού συγγράμματος «Έλλην Στρατιώτης». Ο ανώτερος αυτός αξιωματικός δεν μπόρεσε να υπηρετήσει την πατρίδα δια των όπλων κατά την επανάσταση. Μετά την απελευθέρωση, χάρι στη δράση της οικογένειάς του η κυβέρνηση τον έστειλε στη Γερμανία σε ανώτερη Στρατιωτική Σχολή. Όταν επέστρεψε «εξυπηρέτησε» και την γενέτειρά του, τον ΒΑΛΤΟ, ως εκπρόσωπος - πληρεξούσιος στην τελευταία εθνοσυνέλευση. Επίσης το 1879 επί κυβερνήσεως Κουμουνδούρου διετέλεσε και Υπουργός των Στρατιωτικών, φτάνοντας στον βαθμό του υποστράτηγου. Πέθανε το 1896.  

Κατά την μετεπαναστατική περίοδο, στο νεοσύστατο κράτος ομοίως στο οικογενειακό δένδρο των Βαλτινών αναφέρεται και ο Σπύρος, γιος του Κωσταντή Ντόσταγα που διέπρεψε και αυτός ως οικονομικός Έφορος.

 

Φτάνοντας στο τέλος της ομιλίας, πρέπει να αναφερθεί ότι η μεγάλη προσφορά της οικογένειας Βαλτινών προς την πατρίδα εκτιμήθηκε από την «Επιτροπή Εκδουλεύσεων και Αναγνωρίσεως Αγωνιστών του 21» η οποία αφιέρωσε στην μνήμην των Βαλτινών το όνομα μιας οδού στην πρωτεύουσα του σύγχρονου Ελληνικού κράτους, κοντά στο Πεδίο του Άρεως. Ακολουθώντας το παράδειγμα αυτό, οι σημερινοί Χαλκιοπουλίτες οφείλουμε να μνημονεύουμε την σημαντική οικογένεια των Βαλτινών, να διαδίδουμε την δράση της και να συντελούμε ώστε η φλόγα της να διατηρείται άσβεστη στο πέρασμα του χρόνου. Ας μην λησμονούμε λοιπόν ότι η ιστορία αποτελεί την σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον κι όπως είπε ο Αϊνστάιν: «Πάτησα στους ώμους των προγόνων μου κι έτσι μπόρεσα να δω πιο πέρα από τα τείχη του καιρού μου»

                       Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας

 

3η ομιλία της κα. Μελίνας Πλεξίδα,

 

Η οικογένεια των Αγωνιστών Κοντογιανναίων

 

Η οικογένεια Κοντογιάννη είχε αναπτύξει αξιόλογη δράση από τον 17ο αιώνα.  Είχε αρκετά μέλη τα οποία δρούσαν ως κλέφτες ή αρματολοί και κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης υπήρξαν Αγωνιστές της πατρίδας.

Οι Κοντογιανναίοι διοικούσαν το αρματολίκι του Πατρατζικίου, που εκτείνονταν κυρίως στο έδαφος της σημερινής Φθιώτιδας, ορμώμενοι από τον Βάλτο. Αποτελούσε  το μεγαλύτερο αρματολίκι στον ελληνικό χώρο, δείγμα της σπουδαιότητας του πρώτου Γιάννη Κοντογιάννη. Στα τέλη όμως του 18ου αιώνα η δικαιοδοσία τους επεκτάθηκε και στις επαρχίες της Αταλάντης, της Λοκρίδας και της Δωρίδας. Κατά την ελληνική επανάσταση δρούσαν στις γειτονικές επαρχίες της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας.

Γιάννης Κοντογιάννης: ήταν ο πρώτος της οικογένειας . Από αυτόν προήλθε και η επωνυμία λόγω του μικρού αναστήματός του. Ήταν πρωτοπαλίκαρο του κλεφταρματωλού Ιωάννη Μπουκουβάλα. Το 1715 στη μάχη του Κερασόβου των Αγράφων εναντίον του Μούρτου- Χούσου διέπρεψε και έπειτα του ανατέθηκε η αρχηγεία όλων των αρματολών. Ο Κούρτ-πασάς, επικεφαλής του Μούρτου-Χούσου όμως έστειλε πάλι τα στρατεύματα του με αρχηγό και πάλι τον Μούρτου-Χούσου. Ο Γιάννης τον παρέσυρε και τον νίκησε ξανά στη μάχη στα Χόνια ή Χαλκιόπουλο. Έπειτα από αυτή τη μάχη έμεινε η έκφραση «Κυβερνία Κοντογιαννέικη» όταν ήθελαν να χαρακτηρίσουν κάθε στρατηγική επιτυχία την εποχή εκείνη. Μετά από αυτή τη μάχη ήρθε σε ρήξη με τον Μπουκουβάλα, τον οποίο έδιωξε από το Αρματολίκι των Αγράφων. Ύστερα όμως από τη συμφιλίωσή τους, ο Μπουκουβάλας επέστρεψε και πάλι.

Είχε αποκτήσει το όνομα Τουρκοφάγος, λόγω των πολλαπλών αγώνων απέναντι στους Τούρκους αλλά και λόγω της ανδρείας που τον περιέβαλε. Στο απόσπασμα φαίνεται η άνδρεία του Γιάννη, οι συνεχείς αγώνες κατά των Τούρκων και μπορούμε να καταλάβουμε γιατί τον ονόμασαν Τουρκοφάγο.

Πέθανε από φυσικό θάνατο στους Χαλκιοπούλους.

Είχε έναν αδερφό, τον Νικόλαο Κοντογιάννη.

Νικόλαος Κοντογιάννης:  Δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για την βιογραφία του. Γνωρίζουμε μόνο ότι έδρασε ως αρματολός στα τέλη του  18ου αιώνα, κατά την εποχή του Αλή-πασά. Υπάρχει μάλιστα και ένα περιστατικό το οποίο αναδεικνύει την γενναιότητα αλλά και την οξύνοιά του. Ο Αλή πασάς υποδέχθηκε τον Νικόλαο μαζί με άλλους Κοντογιανναίους στα Ιωάννινα για να συζητήσουν για την σπουδαία υπόθεση του Βιλαετιού. Ο Αλή πασάς όμως είχε άλλα σχέδια. Αφού τους προσέφερε ένα πολυτελέστατο δείπνο, κάλεσε τον κάθε ένα ξεχωριστά λέγοντας τους ότι μπορούν να αναλάβουν μόνοι τους το αρματολίκι αν σκότωναν έναν άλλο συγγενή τους. Ήθελε με αυτόν τον τρόπο να εξολοθρεύσει όλη την οικογένεια χωρίς να χρειαστεί να κάνει κάτι εκείνος. Μόλις όμως αποχώρησαν ο Νικόλαος παρουσίασε σε όλους τον διορισμό που του είχε δώσει ο Αλή πασάς και αποκάλυψε το σχέδιο του. Τότε πρώτος εκείνος μπροστά στους υπόλοιπους έσκισε τον διορισμό και έπειτα τον ακολούθησαν και οι υπόλοιποι.

Ας δούμε τώρα την δράση των απογόνων του Γιάννη Κοντογιάννη. Είχε δύο γιους, τον Κωνσταντίνο και τον Μήτσο Κοντογιάννη.  Για τον Κων/νο Κοντογιάννη

Κωνσταντίνος Κοντογιάννης:. Αντλούμε πληροφορίες για τη ζωή του μόνο μέσα από κάποιες παραδόσεις και δημοτικά τραγούδια. Υπάρχει ένα τραγούδι που αναφέρεται στο θάνατό του, και συγκεκριμένα στον τρόπο με τον οποίο πληροφορήθηκε το δυσάρεστο γεγονός η σύζυγός του. Ο θάνατός του έγινε στη σημερινή γέφυρα Ταταρνας στην Ακαρνανία το 1810. Ο Κωνσταντίνος βρισκόταν εκεί με τα παλληκάρια του και άλλους Κοντογιανναίους. οι Κοντογιανναίοι προσπάθησαν να περάσουν στην πατρίδα τους τον Βάλτο από το Πατρατζίκι, διωκώμενοι από τον Ισούφ Αράπη, αξιωματικό του Αλή Πασά, καθώς ήταν οι μοναδικοί που αντιστάθηκαν στη στρατιά του. Οι Τούρκοι όμως τους είχαν στήσει ενέδρα και έτσι σκοτώθηκαν οι περισσότεροι αλλά όχι όλοι. Σώθηκε ο νεαρός τότε Μήτσος Κοντογιάννης .

 Στο απόσπασμα του τραγουδιού περιγράφεται η στιγμή που ανακοινώνεται στη σύζυγό του το γεγονός. Φανερώνεται ο φόβος του αγγελιοφόρου («να την ξυπνήσω σκιάζομαι, να της το πω φοβάμαι»), δεν θέλει να μεταφέρει αυτά τα δυσάρεστα νέα. Η γυναίκα στο άκουσμα του θανάτου του συζύγου της θρηνεί (έντονα) (« Τα μάγουλά της έπιασε και τακανε κομμάτια») Ο χαρακτηρισμός που αναφέρεται στο τέλος «Πουταν κολώνα στα βουνά και έναντι των Πασάδων θεμελιωμένος πύργος» αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους επαίνους για έναν αγωνιστή εκείνη την εποχή.

Ο Κωνσταντίνος είχε τρεις γιούς, τον Γεώργιο, τον Σπύρο και τον Νικολάκη.

Σπύρος Κοντογιάννης: Στην αρχή της Επανάστασης πολέμησε μαζί με τον θείο του, Μήτσο Κοντογιάννη.

Αφού συνόδευσε τον θείο του στην εκστρατεία του στην Παλαιά Πάτρα, κατευθύνθηκε στο Μεσολόγγι μαζί με τον θείο και τον αδερφό του, Νικολάκη Κοντογιάννη. Συνδέεται με το Μεσολόγγι περισσότερο από όλα τα μέλη της οικογένειας.

Ήταν αυτός που είχε επισκευάσει τον μεγάλης σπουδαιότητας για την έκβαση του αγώνα προμαχώνα του Φραγκλίνου με δικά του χρήματα.

Η οικογένεια Κοντογιάννη είχε ένα σπαθί , πιθανώς από τον Γιάννη Κοντογιάννη, το οποίο μετέβαινε στους απογόνους του ως οικογενειακό κειμήλιο. Το σπαθί αυτό είχε πάνω την επιγραφή : «Οποιος τυράνους δεν ψηφεί, Κ’ ελεύθερος στον κόσμο ζη, Δόξα, τιμή, ζωή του, Είν’ μόνον το σπαθί του.»  Δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα. Πιθανόν να το είχε ο Σπύρος στο Μεσολόγγι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας.

Σκοτώθηκε στο Μεσολόγγι κατά την προσπάθεια ανακατάληψης του σημαντικού προμαχώνα Φραγκλίνου το 1825

Νικολάκης Κοντογιάννης: Ακολουθούσε στην αρχή της επανάστασης τον αδερφό του , Σπύρο Κοντογιάννη. Στο Μεσολόγγι αν και πληγώθηκε επέζησε. Εκεί ανήγειρε τον προμαχώνα Τερίμπιλε, που σημαίνει τρομερός, κοντά στον προμαχώνα του Φραγκλίνου. Μετά την έξοδο του Μεσολογγίου συμμετείχε στην εκστρατεία του Καραισκάκη στην Αθήνα. Πέθανε το 1866 στο χωριό Αγά Σπερχειάδος.  

ο δεύτερος γιος του Γιάννη ήταν ο Μήτσος Κοντογιάννης.

Μήτσος Κοντογιάννης: βέβαια ήταν στην αρχή της Επανάστασης αρκετά διστακτικός , θεωρώντας πως μια τέτοια επιχείρηση θα ήταν «άκαιρη» , αλλά πείστηκε με προτροπή του ανιψιού του Σπύρου..  Ξεκίνησε την δράση του στα τέλη του 18ου αιώνα στη Ρούμελη και την Πελοπόννησο.  Στις αρχές του 19ου αιώνα βρίσκεται στα Επτάνησα μαζί με άλλους οπλαρχηγούς . Το 1807 η Τουρκία βρίσκεται σε πόλεμο με την Ρωσία.  Τα Επτάνησα ήταν τμήμα της ρωσικής επικράτειας, ως προτεκτοράτο της, με όνομα Ιόνιος Πολιτεία . Ο Αλή πασάς πραγματοποιεί επιχειρήσεις εναντίον των Επτανήσων. Εκεί βρίσκονται κλέφτες και αρματολοί, ανάμεσα στους οποίους και ο Μήτσος Κοντογιάννης. Συγκεντρώθηκαν στην Λευκάδα όπου βρέθηκε και ο Ιωάννης Καποδίστριας , ο οποίος ήταν  απεσταλμένος διοικητής των Ρώσων στη Λευκάδα. Ο Καποδίστριας σχεδίασε έναν αντιπερισπασμό για τους Τούρκους. Θεωρώντας πως ο στρατός του Αλή πασά θα διασπόταν αν χρειαζόταν να επιχειρήσει και στην Αιτωλοακαρνανία,  έστειλε τους αρματολούς στην Αιτωλοακαρνανία, οι οποίοι επιτέθηκαν στα τούρκικα στρατεύματα.  τα στρατεύματα που βρίσκονταν στην Λευκάδα έφτασαν εκεί με σκοπό την ενίσχυσή τους. Επειδή λοιπόν διασπάστηκε ο τουρκικός στρατός,  απελευθερώθηκε η Λευκάδα από τους Τούρκους. Ανάμεσα στους αρματολούς αυτού του σχεδίου ήταν και ο Μήτσος Κοντογιάννης.

Η επαναστατική κυβέρνηση αναγνωρίζοντας την εμπειρία και την οξύνοια του Μήτσου Κοντογιάννη, τον διόρισε Στρατηγό του στρατοπέδου της Παλαιάς Πάτρας καθώς και του φρουρίου της. μετά από λίγο καιρό κατευθύνθηκε προς το Μεσολόγγι. Εκεί ήταν ο γηραιότερος στρατηγός κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και για αυτό υπήρχε μεγάλος σεβασμός προς το πρόσωπό του. ήταν τόσο μεγάλος ο σεβασμός που υπήρχε προς το πρόσωπό του, που είχε δοθεί εντολή όταν έσφαζαν τα ζώα στο Μεσολόγγι για να τα φάνε, το άλογο του Μήτσου να μην το έσφαζε κανένας άλλος πέρα από τον ίδιο όταν εκείνος το επιθυμούσε, (πράγμα και το οποίο έγινε. )Αν και ήταν ηλικιωμένος και είχε υπομείνει πείνα και άλλες κακουχίες συμμετείχε στην ηρωική έξοδο στις 10 Απριλίου 1826 υποβασταζόμενος από τον ανιψιό του Νικολάκη Κοντογιάννη.

Μετά την πτώση του Μεσολογγίου βέβαια αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει με τους Τούρκους.

Είχε δαπανήσει μεγάλα χρηματικά ποσά για την Ελληνική Επανάσταση.

Ήταν μυημένος στην Φιλική Εταιρεία.

Πέθανε το 1847 στο χωριό του Γυποχώρι σε ηλικία 95 ετών.

Είχε τρεις γιούς: το Νικολό, το Βαγγέλη και τον Γιαννάκη.

Νικολός Κοντογιάννης: ήταν πρωτότοκος γιος του Μήτσου Κοντογιάννη. Το 1821 πολέμησε εναντίον των Τούρκων σε πολλές μάχες. Η ενδοξότερη για αυτόν μάχη ήταν στην Καλλιακούδα κοντά στο όρος Καλλίδρομο σε ηλικία 23 ετών. Τον αναφέρει ο Τρικούπης στη μάχη αυτή ως έναν άνδρα ανδρείο και αγαπητό στους στρατιώτες του.

Υπάρχει τραγούδι που αφηγείται τον ένδοξο θάνατό του.

Εσείς κορίτσια του Δαδιού κι οι ώμορφες της Πάτρας, Να πήτε χαιρετίσματα του Μήτσο Κοντογιάννη, Να μη μου κλάψη τα’ άρματα κι’ ουδέ τη λεβεντιά μου, Στης Καλλιακούδας το βουνό πουλιά’νε μαζεμμένα και τρώνε το κορμάκι μου.

 

Βαγγέλης Κοντογιάννης: ήταν γιος του Μήτσου Κοντογιάννη. Από την αρχή της Επανάστασης συμμετείχε στον αγώνα από την Φθιώτιδα, μαζί με τον πατέρα του σε ηλικία μόλις 17 ετών. Το 1825 υπηρέτησε τον Καραϊσκάκη σε αγώνες στο Καρπενήσι, στα Άγραφα, στο Δραγομέστο και στον Καρβασαρά με σκοπό να καθυστερήσουν να σταλούν στρατεύματα στο Μεσολόγγι.

Το 1826 μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι για να βοηθήσει στην ηρωική έξοδο. Εκεί παρέλαβε τον πατέρα του Μήτσο έξω από το Μεσολόγγι που τον περίμενε μετά την Έξοδο.

Έζησε μέχρι το 1869. Παντρεύτηκε την αδερφή του Μάρκου Μπότσαρη και έτσι η οικογένεια Κοντογιάννη συνδέθηκε με τον εθνικό μας ήρωα.

 Απόστολος Κων. Καρακώστας 

 



















Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Εισαγωγή στην ιστορία της Γέφυρας Βέργας

Ο Δάσκαλος Αλευράδας Χριστόφορος Ι. Παπαϊωάννου περνά την γέφυρα Βέργας το 1955